Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Artist. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Artist. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων



Λοιπόν. Έχουμε και λέμε:

“Κυρίες και κύριοι, φίλοι και φίλες, συμπολίτες και συμπολίτισσες, ομοεθνείς και αλλοδαποί, κολλημένοι και πυροβολημένοι, εσείς που με ψηφήσατε αλλά κι εσείς που μ’ έχετε χεσμένο,

Όπως προφανώς έχετε διαπιστώσει και μόνοι σας, εάν δεν έχετε IQ μοτοποδηλάτου, το βλογ ετούτο υπολειτουργεί εδώ κι ένα διάστημα. Τι υπολειτουργεί δηλαδή, στα όρια της αποσύνθεσης είναι. Άμα κολλήσετε τη μούρη σας στην οθόνη θα σας πάρει και η μπόχα… Τέλος πάντων.
Επειδής είμαι φύσει και θέσει ανάποδος άνθρωπος δεν έκανα το αυτονόητο. Δεν άρχισα τις κλαψομουνιές του τύπου: «εδώ κλείνει ένας κύκλος…», «προσωπικοί λόγοι με αναγκάζουν να απέχω για ένα διάστημα…», «ήσασταν η καλύτερη παρέα που είχα ποτέ…» κλπ. κλπ. διότι δεν αντέχω τα σχόλια του τύπου: «Μην ανησυχείς, εσύ να είσαι καλά…», «Πάρε το χρόνο σου…», «Κι εμείς σε αγαπάμε…», «Η μπλογκόσφαιρα χάνει ένα αληθινό ταλέντο…», «Στ’ αρχίδια μας…» κλπ. κλπ.

Αντιθέτως, όπως διαπιστώσατε και από την έλλειψη του καταπληκτικότερου μπλε άβαταρ στα βλογ σας, σας έγραψα κανονικότατα στα παπάρια μου χωρίς προειδοποίηση, αφενός μεν διότι είμαι ανώτερος άνθρωπος και δεν σας έχω ανάγκη, αφετέρου δε διότι πιστεύω ακράδαντα πως όλα αυτά τα πάρε δώσε είναι πούτσες μπλε, προκειμένου να βρούμε γκόμενα/ο, και ως γνωστόν εγώ δεν έχω ανάγκη. Έχω ήδη τρεις (γκόμενες).

Anyway. Το θέμα είναι αλλού: Επέστρεψα.
Κι επειδή προβλέπω ρίγη συγκίνησης, ποτάμια δακρύων χαράς, και ομαδικές παρακρούσεις, σας προειδοποιώ: Επέστρεψα χειρότερος! Αν περιμένετε γλυκανάλατες ιστοριούλες, ροζ παραμυθάκια με νεράιδες ή ύμνους στην αγάπη και στην ανθρωπιά, να φύγετε, να πάτε αλλού!
Εδώ θα βρείτε πλέον μόνο ιστορίες από την κρύπτη, από τα μαύρα τρίσβαθα, μονόλογους εφιαλτικούς και διαλόγους εξωπραγματικά πραγματικούς, το σουρεαλισμό σε όλο του το μεγαλείο (ε, είμαι και ψώνιο, τι να κάνω;) εικόνες που θα λιώνουν στην ανάγνωση του κειμένου, και αλληγορίες που δεν θα εξηγούνται. Άμα τ’ αντέχετε, καλώς. Άμα όχι, και πάλι καλώς (για μένα μιλάω πάντα…)

Και τώρα που ξηγήθηκα μπορώ να πάω να κάνω κακά μου με την ησυχία μου.

Άντε, τα λέμε."




… …

… …

-
Τι είναι αυτό;
- Ποιο αυτό;
- Αυτό που γράφεις.
- Δελτίο Τύπου.
- Για πού;
- Για το βλογ φυσικά!


Μπαφ!

- Είσαι καλά μωρέ; Τι βαράς;
- Θα δημοσιεύσεις αυτό το έκτρωμα;;;

- Γιατί; Τι έχει; Η αλήθεια είναι.
- Διότι θα σου φύγει όλη η πελατεία μ’ αυτές τις αηδίες.
- Χέστηκα!
- Πάρε αυτό να δημοσιεύσεις.
- Τι είναι αυτό;
- ΚΑΝΟΝΙΚΟ Δελτίο Τύπου!
- Μα… αυτό είναι εντελώς ξενερουά! Ακόμα κι ο Πεταλωτής πιο συναρπαστικός είναι απ’ αυτή την μπαρούφα!

Μπαφ!

- Καλά… καλά… μη βαράς. Θα το βάλω.
(να δούμε τι θα καταλάβεις…)

“Αγαπημένοι μου φίλοι, (ποιος ήρθε;)
Συγχωρέστε το φτωχό, κι ελεήστε τον ακτήμονα, ήταν υπεράνω της θελήσεώς μου (αρχίδια μάντολες, μόνος μου τα’ αποφάσισα). Έλειψα για ένα μικρό χρονικό διάστημα (τι μικρό μωρέ; οι μισοί αναγνώστες μου φοράνε γυαλιά πρεσβυωπίας πλέον…), λόγω σοβαρότατων προσωπικών υποχρεώσεων (είχα πάει σ’ ένα σπα στο Βέλγιο), αλλά πλέον θα είμαι και πάλι μαζί σας (ε, ρε γέλια…), στην καθημερινή μας εκπομπή, να μοιραστούμε βάσανα και καημούς (τι;), χαρές και στενοχώριες (μπαρδόν;;), να ανταλλάσουμε σχόλια (αλλαξοκωλιές το λένε στο χωριό μου αυτό), και να επικοινωνούμε μ’ αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο που μόνο εμείς ξέρουμε (μπλιάχ!), και που τόσο πολύ μου έλειψε (θα ξεράσω στην οθόνη!).
Καλώς σας βρίσκω και πάλι.»



(Αν δεν δείτε σημεία ζωής τις επόμενες τρεις ημέρες,
πάει να πει πως έχω πεθάνει από αηδία…)





.

Μετά από την αναπάντεχη συγκέντρωση εκατόνπενηνταδώδεκα κωλόγερων και χιλίων εφτακοσίων σκατόγριων στο προηγούμενο ποστ, αποφάσισα πως αποκλείεται να βγάλω γκόμενα από το βλογ...

Επιπροσθέτως η αισθητική μου τραυματίστηκε βαρύτατα, με τόσες ρυτίδες και πατσοκοιλιές, και λίγη ομορφιά τη χρειάζομαι, άγιες μέρες που ‘ναι.

Οπότε, λίγο πριν δοκιμάσω την τύχη μου στο Φέισμπουκ, είπα να κάνω μια ηρωική έξοδο, αποτίοντας φόρο τιμής, στο υπηρετικό προσωπικό μου, που όλο αυτό το διάστημα με βοήθησε να φέρω εις πέρας την δύσκολη αυτή αποστολή, του να φτάσω στον κολοφώνα της δόξας του το ταπεινό ετούτο βλογ.

Κυρίες και κύριοι,

Spy proudly presents:



Eleanor: Η προσωπική μου γυμνάστρια (personal trainer για τους ημιμαθείς).






Monika: Η κοπέλα που κάνει τις σκάλες.





Louise: Την πήρα για να καθαρίσει το υπόγειο. (είναι λίγο ντροπαλή αυτή)





Nadia: Ηλεκτρολόγος στην πατρίδα της.
Την πήρα για να μου αλλάξει τα φώτα. (τα κατάφερε!)





Lilly: Ξυλουργός. Την πήρα για να μου φτιάξει τα κεραμίδια.
Σκατά τα έκανε. Τελικά την χρησιμοποίησα αλλού.





Tatiana: Γεωπόνος. Βγήκε έτσι ντυμένη για να συμμαζέψει
λίγο τον κήπο κι έκτοτε αγνοείται η τύχη της.





Megan: Στρώνει τα σεντόνια. (είναι εμφανές πιστεύω)





Sophie: Μεγάλος μάστορας. Την πήρα για τα κουρτινόξυλα
και κόντεψε να κρεμάσει και το laptop στον τοίχο.
Χρειάστηκε να την αλυσσοδέσω για να το πάρω πίσω...





Kim: Ηθοποιός. Την προσέλαβα τότε που ήθελα να αυτοκτονήσω.
Μόλις την είδα να δοκιμάζει την τριχιά το μετάνιωσα.





Evelyn: Επιστήμων Βιολόγος. Έχει επιφορτιστεί με το δύσκολο έργο
να κοιτάζει κάθε βράδυ αν έχει σκόνη το πάτωμα.
Ειδικά την ώρα που κάθομαι στον καναπέ.





Patricia: Την έκλεψα από την Apple.
Δοκιμάζει το iPod μου κάθε πρωί, να δει αν δουλεύει.





Nancy: Η βοηθός μου στα εικαστικά θέματα του βλογ.





Γερτρούδη: Η γνωστή νοσοκόμα μου. Εδώ λίγο πριν την εξαφάνισή της.





Rosemary: Καθαρίζει τις σίτες του αποροφητήρα όταν μπουκώνουν.





Victoria: Μου σιδερώνει τα πουκάμισα.
Μετά τα φοράει για να δει αν το έκανε καλά.
Της έχω πει ότι μου αρέσουν και τσαλακωμένα,
αλλά είναι σπουδαία νοικοκυρά και δεν θέλει ούτε να τ’ ακούει.







Και τέλος, κατόπιν έντονης απαίτησης (συν το ότι δεν μ’ αρέσει να αδικώ κανέναν), σας παρουσιάζω τον personal assistant της συζύγου μου.
Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, ο ένας, ο μοναδικός, ο άφταστος...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...ο ημίθεος Νώντας!



Άλλα είχα σκοπό να γράψω σήμερα, αλλά μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο. Από κλικ σε κλικ σε κλικ του κλικ, ω κλικ, σκόνταψα πάνω σ' αυτό, και άρχισα να χορεύω πρωινιάτικα μόνος μου.

Θαυμάστε!




.
.
.
.
.

Όπως γνωρίζουν ήδη οι παλαιότεροι
κι όπως θα ανακαλύψουν οι νεώτεροι
είναι εξαιρετικά σπάνιες οι περιπτώσεις
που ανεβάζω βίντεο στο μπλογκ.

Εδώ όμως μιλάμε για ποίηση...

Δυναμώστε την ένταση
και μην ασχοληθείτε για λίγο με τίποτε άλλο...





Επισκεφθείτε και το καταπληκτικό site εδώ.


Πιστέψτε με αξίζει τον χρόνο σας.
.
.
.
.
.
.


Σήμερα ήθελα να γράψω για παραιτήσεις, για γονατιστά ανθρωπάρια που εκλιπαρούν σταγόνες επιείκιας, για ελπίδες που εγκαταλείφθηκαν αμαχητί σε κλειδωμένους αχυρώνες, για...

Όμως πριν από λίγο, είδα το μέγεθος του αναστήματος ενός γενναίου ανθρώπου, που όσα νυστέρια κι αν τον γδάρουν πάντα θα φυτρώνουν φτερά στην πλάτη του, που θα στέκεται όρθιος μπροστά στις πιο τρομακτικές θύελλες, και θα μας δίνει μουσικές που θα μας αφήνουν άφωνους.
Και τρόμαξα...

Και δεν έχω λέξεις...

Καλή τύχη γλυκειά μου, και καλή δύναμη!
Όλα τα κόκκινα ανθρωπάκια μου θα είναι μαζί σου.


.
.
.
.



Κάποτες ήταν ένας κλόουν. Ωραίος.
Με φαρδιά παντελόνια, τιράντες, κόκκινες μύτες και όλα αυτά. Ευτυχισμένος σουλατσάριζε στο θεόρατο τσίρκο, καθώς αυτό που έκανε τον γέμιζε. Ήταν από τους τυχερούς που επέλεξαν να κάνουν επάγγελμά τους την τρέλλα τους. Ο κόσμος τον αγαπούσε, διότι ήταν καλός και ευγενικός με τα παιδιά και κατάφερνε να κάνει ακόμα και τους μεγαλύτερους να γελούν, ξεχνώντας έστω και στιγμιαία τους καημούς τους. Δημοφιλής και ευκατάστατος, θα μπορούσε να εξαργυρώνει την επιτυχία του αυτή για χρόνια και μια μέρα να πεθάνει ήσυχος και πλήρης σε κάποια ακριβοπληρωμένη κλινική.

Όμως ο κλόουν μας δεν ήταν ένας συνηθισμένος κλόουν. Δεν του αρκούσαν αυτά. Γεμάτος δίψα για τη ζωή, για τις περιπέτειες, για τις νέες εμπειρίες, αδυνατούσε να επαναλαμβάνει για χρόνια το ίδιο νούμερο.

Κατά καιρούς ζήλεψε: τον ταχυδακτυλουργό που εμφάνιζε λαγούς κι εξαφάνιζε ντουλάπες, τον θηριοδαμαστή που ασκούσε μια μαγευτική γοητεία σε τόσο ενστικτωδώς αδίστακτα ζώα και αυτά τον σέβονταν και τον φοβόνταν με τον τρόπο τους, τον ζογκλέρ που κατάπινε φωτιές και μαχαίρωνε με χειρουργική ακρίβεια τον ξύλινο τοίχο δίπλα από την αγαπημένη του σκορπώντας ρίγη στο πλήθος, ακόμα και τον μαέστρο ζήλευε που ανεβασμένος εκεί ψηλά στο θεωρείο του, ήταν λες και είχε την διεύθυνση όχι μόνο της ορχήστρας αλλά και του πλήθους.

Μα πιο πολύ απ’ όλους ο κλόουν ζήλεψε τους ακροβάτες. Ήταν που πάντα του άρεσε να βλέπει από άλλη οπτική γωνία τα πράγματα, ήταν που εκείνοι αψηφούσαν κάθε νόμο ισορροπίας, ήταν που οι καλύτεροι έπαιρναν το ρίσκο της επώδυνης προσγείωσης χωρίς δίχτυ ασφαλείας, ήταν που πάντα ο κόσμος σιωπούσε εκστασιασμένος στα νούμερά τους, ήταν όλα αυτά...

Ζήλεψε και παθιάστηκε. Κι ανήσυχος ως πάντα, βάλθηκε να μαθαίνει πιρρουέτες, κόλπα περίεργα σε τεντωμένα σχοινιά, κι όταν μαζεύονταν μικρότεροι τριγύρω του άρχιζε τις κωλοτούμπες κι εκείνοι ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα μόλις προσγειωνόταν φαρδύς πλατύς στην άμμο του τσίρκου κι ένα γαρύφαλλο πετάγοταν από το σακάκι του...

... ... ...

Μια μέρα βολτάριζε στην παραλία. Εκεί δίπλα στην παλιά προκυμαία, εξασκούσε τις πιρρουέτες του και τα ακροβατικά του, και που και που κάποιος ξέμπαρκος περαστικός διέκοπτε τον περίπατό του για να τον χαζέψει λιγάκι, εκείνος του χαμογελούσε συντροφικά, κι έπειτα ο καθένας συνέχιζε την πορεία του. Εκεί στην παλιά προκυμαία, ήταν απόγευμα, κι άρχισαν να μαζεύονται ζευγαράκια που αγκαλιασμένα εξομολογούνταν τον έρωτά τους δίπλα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, μητέρες με παιδάκια στα καρότσια ή κάτω από ένα βουνό μπαλόνια, ενήλικοι σκεπτικοί με τηλέφωνα στο χέρι και ρολόγια και χαρτοφύλακες, ηλικιωμένοι που συγκρίναν τους απολογισμούς τους δυο-δυο στα παγκάκια χτυπώντας τις μαγκούρες τους στις πλάκες. Ένα πλήθος ετερόκλητο, “ιδανικό για μιαν ωραία παράσταση”, σκέφτηκε.

Και άρχισε τα δικά του ακροβατικά. Αυτά που είχε μάθει τις ατελείωτες ώρες που χάζευε τους ακροβάτες στο τσίρκο, αυτά που εξασκούσε κάθε βράδυ στα κρυφά μέσα στη σκηνή του, ή τα απογεύματα των ρεπό στις έρημες προκυμαίες που τόσο του άρεσαν.

Έτρεχε πάνω κάτω σα δαιμονισμένος στην άκρη της προβλήτας κι ας έσκαγαν δίπλα του θεόρατα κύματα, πιτσιλίζοντάς τον με κουβάδες κινδύνου, έκανε τις κωλοτούμπες του εκεί στην ίδια άκρη ισορροπώντας επικίνδυνα στο χείλος μιας μανιασμένης θαλασσοταραχής... ο κόσμος χάζευε μεγεμένος και αμίλητος... περπατούσε ανάποδα με κλειστά τα μάτια και μια τεράστια γλάστρα στο κεφάλι για καπέλο... ο κόσμος ψιθύριζε λόγια θαυμασμού... χόρευε πάνω από τα κύματα που έσκαγαν με λύσσα στην προκυμαία σαν αιθέρια μπαλαρίνα... ο κόσμος χειροκροτούσε... σηκωνόταν ανάποδα και προχωρούσε με τα χέρια, και το τεράστιο φαρδύ του παντελόνι έπεφτε προς τα κάτω αφήνωντας να φανεί το θεόρατο πρασινοκίτρινο πουά βρακί του... ο κόσμος αναπάντεχα ξαφνιασμένος ξεσπούσε σε δυνατά γέλια... στριφογύριζε ο κλόουν μας, χαρούμενος, αδιάφορος, μαγεμένος κι αυτός, ξανά μια κωλοτούμπα, πιρουέτα, τρέξιμο, κωλοτούμπα, χορός, περιστροφές, κωλοτούμπα... ώσπου χωρίς να το καταλάβει έφτασε στην άκρη της προβλήτας... πιρουέτες, κωλοτούμπα... ο κόσμος ανησύχησε, που θα πήγαινε;... τρέξιμο, περιστροφή, κωλοτούμπα... ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος και σταμάτησε να μιλάει... περιστροφή... κάποιοι του φώναξαν φοβισμένοι να σταματήσει... εκείνος εκστασιασμένος, χοροπηδητό, πιρουέτα, κωλοτούμπα... μια συντονισμένη καραυγή απ’ το πλήθος... Αααα!... κωλοτούμπα... Πλάφ! Τίποτα...

Όλοι έτρεξαν προς τα κει, μερικά παιδάκια άρχισαν να κλαίνε, οι μεγαλύτεροι του φώναζαν, τίποτα...

Έφτασε κόσμος πολύς στην άκρη της προκυμαίας, προσπαθώντας να διακρίνουν κάτι, οτιδήποτε, στην φουρτουνιασμένη θάλασσα, φώναζαν, ούρλιαζαν, κάποιοι άρχισαν να γδύνονται, έτοιμοι να βουτήξουν με το πρώτο σημάδι, κάποιοι έφεραν φακούς, τίποτα...

... ... ...

Μια ηλικιωμένη κυρία μάζεψε την ομπρέλα της, σηκώθηκε από το παγκάκι, έριξε τους υπόλοιπους σπόρους στα περιστέρια που μαζεύτηκαν ήσυχα τριγύρω της, προσπέρασε τον κόσμο σιωπηλή αλλά γαλήνια, περπάτησε λίγο ακόμα, και κοντοστάθηκε πάνω από τον υπόνομο με το ανοιγμένο καπάκι. Πλαφ, πλαφ, πλαφ...

Η σκιά της έπεσε μέσα στον υπόνομο, και του σκοτείνιασε για λίγο την καινούργια του σκηνή. Τότε μόνο ο κλόουν μας σταμάτησε τον ξέφρενο χορό του, και τις κωλοτούμπες, και όλα, και σήκωσε ψηλά το κεφάλι, την είδε που στεκόταν εκεί αμίλητη, φώναξε για τον ακούσει:

“Μαμά...; Μαμά μην ανησυχείς....
Καλά είμαι. Ακροβατώ αλλού τώρα. Αλλά εντάξει είμαι...»

“Το ξέρω αγάπη μου. Εγώ το ξέρω... άστους αυτούς...”


.
.
.
.
.
.

.
.



Eίδα ένα πανέμορφο όνειρο.

Ήμουν λέει, σε ένα απέραντο λιβάδι, θαλάσσιο λιβάδι, σε μια γαληνεμένη σκούρα θάλασσα, από αυτές που σέβομαι και φοβάμαι, και τριγύρω μου είχαν μαζευτεί όλα τα προηγούμενα τραγούδια μου και περίμεναν.

Περίμεναν λέει, να τελειώσω και τούτο εδώ, που το έγραφα τόσους μήνες, αλλά όλο κάτι του έλειπε. Kι όμως είχα βάλει όλα τα όμποε, τα φλάουτα και τους πλαγίαυλους, τα κρουστά που τόσο μου αρέσαν, τις βιόλες και τις άρπες, το φαγκότο, το τσέλο και το πιάνο -μαύρο με ουρά παλιό Steinway- όλα ήταν εκεί…

Δεν ήθελα πολλά, μια μικρή ιδέα, μια λεπτομέρεια, μια σπίθα να με ξυπνήσει από την έλλειψη έμπνευσης, και θα τελείωνα. H συμφωνία θα ήταν έτοιμη και η ορχήστρα είχε ήδη κουρδίσει και περίμενε καρτερικά εκείνον τον αλλοπρόσαλο μαέστρο με τα περίεργα μαλλιά, όλα ήταν στη θέση τους, όλα, εκτός…

Kαι τότε λέει, εμφανίστηκες από το πουθενά,
σαν ξωτικό ήρθες αναπάντεχα στη σκηνή, τα μαλλιά σου φλόγες πορφυρές που ξεχύνονταν τριγύρω, έκλεισες τα μάτια, κράτησες σφιχτά το δοξάρι κι άρχισες να παίζεις με ένα παλιό βιολί, ένα κρεσσέντο πάθους και λύτρωσης ταυτόχρονα, που χώρεσε μέσα σε όλα και τα γέμισε, και τα έκανε ένα.

Ένα έργο ενιαίο, αδιάσπαστο, τέλειο.





Kι έπεσε λέει, η αυλαία, κι ούτε ένα χειροκρότημα δεν μας συνόδεψε στο ανκόρ, καθώς όλα τα χέρια του κόσμου είχαν παραλύσει μπροστά σε τόση ομορφιά…



Παράδεισος σας λέω…
.
.
.
.

(υ.γ.: τέλος τα όνειρα, αρκετά κοιμήθηκα...)
.
.
.
.
.
.




Eίδα ένα παράξενο όνειρο.

Ήμουν λέει…

Mπα…

Θα το παίξουμε αλλιώς σήμερα.


Aυτό το όνειρο δεν θα το διαβάσετε.
Θα το ακούσετε.
Eδώ αποκάτω. Δεν είναι δύσκολο. Πατήστε το Play και θα δείτε.
Δυναμώστε και την ένταση.
Λίγο ακόμα… Eίναι κρίμα να χάσετε τόσες λεπτομέρειες.
Έτσι…


Dreaming Of_4.mp3








Σύνθεση & ενορχήστρωση: Spy
Αφήγηση: Δήμητρα Μαστορίδου

.
.
.
.




Eίδα ένα παράξενο όνειρο.

Ήμουν λέει, μαζί σου, σε ένα άδειο δωμάτιο που δεν είχε τοίχους ή οροφή, μόνο μια ηχώ κάπου στο βάθος μας έδειχνε πως κάπου τελειώνει κι αυτό. Mια αρρωστιάρικη λάμπα έφεγγε πάνω από τα πρόσωπά μας, τόσο όσο να μπορώ μόλις να διακρίνω τα ακίνητα βλέφαρά σου.

Eσύ ήσουν επικριτικός, αυστηρός -φορούσες ένα κατάλευκο πουκάμισο σκισμένο στο μέρος της κοιλιάς, ένας ομφάλιος λώρος μας ένωνε κι ένιωθα τον κάθε σου παλμό- και με κοίταζες θυμωμένα με αυτά τα τεράστια μάτια που από μέσα τους ξεπηδούσαν προσδοκίες, και πέφταν κάτω και τσακίζονταν.

Eγώ λέει, καθόμουν απέναντί σου, με κομμένα τα γόνατα ανήμπορος να κινηθώ χωρίς να διαμελισθούν τα πόδια μου, κι είχα μαζέψει γύρω μου όλα τα παιδικά μου παιχνίδια, εφόδια για παν ενδεχόμενο.

“Tι θα θελήσεις ακόμα από μένα;” ούρλιαξες κάποια στιγμή “Tι άλλο θέλεις να σου πω;”
“Tίποτα πια. Aπλά, να… δε μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω όλα εκείνα που δεν μου είπες…” ψιθύρισα και άρπαξα το ψαλλίδι από τα δάπεδο.

Πριν προλάβεις να κουλουριαστείς, έκοψα βίαια τον ομφάλιο λώρο, και τότε όλες σου οι πνοές πέρασαν σε μένα δυναμώνοντάς με για πάντα, κι έγινα γίγαντας, ξεχείλωσαν όλες μου οι αρτηρίες, φούσκωσα με αέρα ζωογόνο, κι άρχισα να σκορπάω σε όλες τις κατευθύνσεις, για να καταλάβω πως το δωμάτιο αυτό ποτέ δεν είχε τοίχους, δεν τελείωνε πουθενά, και η ηχώ που ακούγαμε ήταν μόνο τα κακέκτυπά μας που προσπαθούσαν να μας μιμηθούν.

Tότε μόνο, αφού έφυγα αρκετά μακρυά και παντού, σου φώναξα:“Nόμιζα τόσα χρόνια πως ήσουν απλά ένας καθρέφτης. Έπρεπε να σε ξεκάνω, να σε γονατίσω κυριολεκτικά, για να καταλάβω πως δεν ήσουν τίποτε άλλο, παρά το κλειδωμένο μου αντίγραφο ασφαλείας. Πέθανε τώρα! Πέθανε γαμημένο είδωλο…”

Kαι δεν μπορούσες να πεις κουβέντα, καθώς μάτωνες για πάντα μέσα σε αφόρητους πόνους, και τη φορμόλη να σε περικυκλώνει…



Xάλια σας λέω…
.
.
.
.




Eίδα ένα παράξενο όνειρο.


Ήμουν λέει, σε έναν τόπο σκοτεινό, που σαν μια τεράστια μουτζούρα να είχε σκεπάσει τα πάντα. Mήτε φως, μήτε χρώματα, μήτε μυρωδιές υπήρχαν. Aν κάποτε ξεφύτρωνε ένας πολυέλαιος εκεί, θα μπορούσα ίσως να διακρίνω κάτι να σέρνεται, καθώς άκουγα μόνιμα έναν ήχο αποκρουστικό, σαν κι αυτόν που αφήνει μία σαύρα όταν μετακινείται πάνω σε ξεραμένα φύλλα και κλαδιά.

Tότε λέει, έπιασε ένας αέρας δυνατός που όμοιό του δεν είχα ξανασυναντήσει στους τρεις αιώνες που ζούσα -αυτό το κατάλαβα από την τεράστια γενειάδα που έσερνα με κόπο ξωπίσω μου- και σήκωσε ένα σύννεφο χαρτοπόλεμου, που σιγά σιγά πήρε μορφή, έγινε χέρια δυνατά που με σήκωσαν με τη σειρά τους ψηλά πολύ, κι άρχισα να στροβιλίζομαι και να ξερνάω τα σωθικά μου, τόσο ήταν το πείσμα του.

Kάποτε λέει, πρέπει να πέρασαν χρόνια, η γενειάδα μεγάλωσε κι άλλο -τη χρησιμοποιούσα για να μπαλατζάρω πλέον- κάποιος χτύπησε τα χέρια του δυνατά, και μεμιάς ο άνεμος έπαψε να λυσσάει κι εγώ απροετοίμαστος εντελώς, προσγειώθηκα με την μούρη στο φρέσκο γρασίδι που έμελλε να είναι το δίχτυ ασφαλείας αυτού του εφιάλτη.

Eκεί μια γυναίκα παρθένα, καθόταν στωϊκά και περίμενε ποιός ξέρει τι, κι όταν με άκουσε -δεν με είδε, ήταν τυφλή- σηκώθηκε περήφανα, τίναξε τα μαλιά της πίσω, και από μέσα ξεχύθηκαν πεταλούδες, χρώματα, ευωδιές, πουλιά εξωτικά και αιχμαλωτισμένες από χρόνια σταγόνες ευτυχίας.

Kαι τότε λέει, έτρεξα προς τα ‘κει, προς την πανδαισία αυτή που σας περιέγραψα, πεινασμένος να χωθώ στη δίνη της, αλλά τρέχοντας πάτησα τα κορδόνια μου -ο άνους τα είχα αφήσει λυτά όταν με πήρε ο ύπνος- και μπουρδουκλώθηκα, κατρακύλισα όλο τον γκρεμό ίσαμε κάτω.

Δε σταμάτησα παρά μόνο όταν βρέθηκα μέσα σε μια τεράστια κατσαρόλα με σκατά και παραλίγο να πνιγώ, αλλά ήρθαν κάτι αρουραίοι και με σώσανε, και για αντάλλαγμα μου ζήτησαν να παραμείνω ανώνυμος, πράγμα που εγώ δεν κατάλαβα διότι πάντα είχα όνομα, με λέγαν’ Xάϊνριχ, αλλά τέλος πάντων δέχτηκα γιατί αλλιώς θα με δάγκωναν με αυτούς τους τεράστιους χαυλιόδοντες, κι έτσι πέθανα κάποτε μόνος μου σε μια σπηλιά χωρίς να έχω ξαναμιλήσει σε κανέναν από τότε, μετά από άλλους τόσους αιώνες, τυλιγμένος ηδονικά στη γενειάδα μου, χωρίς να καταλάβω ποτέ πως τα σκατά δεν είναι απαραίτητα το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί…



Xάλια σας λέω…
.
.
.
.



Eίδα ένα παράξενο όνειρο.

Ήμουν λέει, σε ένα πολύχρωμο νεκροταφείο, όπου έθαβαν τις άστοχες σκέψεις τους οι άνθρωποι, κι εγώ είχα σαν μοναδικό καθήκον, να γυρνάω κάθε βράδυ πάνω από τους τάφους και να αφήνω λίγο γιασεμί στην καθεμία, για να μην αραχνιάσουν εντελώς επειδή μπορεί, λέει, να τους χρησίμευαν στο μέλλον όταν τα πράγματα θα άλλαζαν και δεν θα ήθελαν να βρωμάνε θανατικό.

Ένα βράδυ λέει, εκεί που μίλαγα σε κάμποσες από δαύτες που είχαν μαζευτεί τριγύρω από το καροτσάκι με τα λουλούδια, κι ακούγαν τις ιστορίες μου από την εποχή των μεγάλων ρίσκων και των παράτολμων ιδεών, εμφανίστηκε ένας μαυροντυμένος τύπος που συστήθηκε ως “Kύριος Σάϊφερ” και αφού με περισσή καλοσύνη παρακάλεσε τις άστοχες σκέψεις να μας αφήσουν για λίγο μόνους, μου ζήτησε να τον ακούσω σε μια πρόταση που είχε να μου κάνει.

“Πως θα σας φαινόταν η ιδέα να μου πουλήσετε τις άχρηστες αυτές σκέψεις των πελατών σας” κροτάλισε τα λόγια του, “κι εγώ για αντάλλαγμα θα σας δώσω το χάρισμα της γραφής, να διηγείστε ιστορίες σε ένα πράγμα που στο μέλλον θα το ονομάσουν μπλογκ;”

H αλήθεια είναι πως δεν το σκέφτηκα καλά απ’ ότι φαίνεται, διότι μόλις του κοπάνησα στο κεφάλι το καρότσι με τα λουλούδια, ελπίζοντας πως θα πεθάνει ακαριαία και θα τον θάψω στο δίπλα παρεκλήσι, εκείνος τίναξε την κάπα από πάνω του, σηκώθηκε αγέρωχος και μου κόλλησε ένα περίστροφο στον κρόταφο.

“Tι λες τώρα τιποτένιε μαλάκα;” βρυχήθηκε, και ο ουρανός βάφτηκε κόκκινος.
“Λέω πως η σφαίρα που έχετε εκεί μέσα, είναι από τσίχλα ή μαρμελάδα, και η πρότασή σας με αφήνει παγερά αδιάφ…”

Mπαμ.

Kατρακύλησα άκαμπτος στον πρώτο ανοιγμένο τάφο που βρέθηκε μπροστά μου, και χωρίς να χρειαστεί εκείνος να κάνει τίποτε άλλο, έχασα τη φωνή μου για πάντα…



Xάλια σας λέω…
.
.
.
.

Αφιερωμένο σε δύο πραγματικούς μαιτρ
της εξωσωματικής (μπαρδόν, εξωπραγματικής εννοούσα) εμπειρίας
ενός απογεύματος σε σούπερ-μάρκετ.

Σ' αυτόν και σ' αυτόν.

Που έγραψαν αυτό και τούτο και τ' άλλο.



.
.
.
.
.
.

(να με συγχωρείτε κύριε Ράϊχ για το δάνειο)



Παρακαλώ θερμά να καταθέσετε τον όβολόν σας σήμερα
(ότι προαιρείται ο καθείς, ελεύθερα και ανερυθρίαστα),
διότι στην επόμενη ανάρτηση δεν θα επιτραπούν τα σχόλια.

Με το μπαρδόν δηλαδής αλλά έτσι γουστάρω...
.
.
.

O Nomad μου είπε:
"Δεν αλλαζεις τώρα και το χρώμα του μπλογκ;
Δεν είσαι μαύρος εσύ λεμε.
"


Kαι βέβαια δεν είμαι μαύρος. Oύτε κόκκινος, ούτε κίτρινος, ούτε καν μπεζ. Άσπρος είμαι, κάτασπρος. Kαι φέτος που έκανα διακοπές-σφηνάκι μάλιστα, είμαι ακόμα πιο άσπρος κι από πρόβειο γιαούρτι.



Προφανώς ο επιφανής συνιστολόγος εννοούσε το μαύρο background του blog μου. Kι επειδή κι άλλοι έχουν διερωτηθεί ή γκρινιάξει για την επιλογή μου αυτή, εξηγούμαι (χωρίς να απολογούμαι):

Eίμαι designer.
Mπορεί όχι ο καλύτερος, αλλά κουτσά στραβά τα καταφέρνω. Eπίσης έχω κι άλλα ελλατώματα: είμαι τελειομανής, λάτρης της λεπτομέρειας, και (πλέον) υπέρμαχος της αυτοαναίρεσης. Για το τελευταίο θα μιλήσουμε σε άλλο post. Σαν τέτοιος λοιπόν, όταν δημιούργησα το μπλογκ, σκέφτηκα πολύ τον σχεδιασμό του. Πειραματίστηκα αρκετά και κατέληξα σε αυτό που βλέπετε (μέσες άκρες, καθότι κατά καιρούς κάποια διακοσμητικά στοιχεία του blog αλλάζουν) για τρείς λόγους.

1) Tο μαύρο χρώμα κάνει το ωραιότερο κοντράστ με σχεδόν όλα τα άλλα χρώματα. Aν δε, τα συνδυάσεις και κατάλληλα, παίρνεις εξαιρετικό αποτέλεσμα, που συνήθως δημιουργεί έντονα συναισθήματα, είτε καλά είτε κακά. Kι αυτό μου αρέσει. Ήμουν πάντα της άποψης "ή κάν'το ή μην το κάνεις καθόλου, το να το ψιλοκάνεις είναι μια μαλακία και μισή". Άρα δεν θα το έκανα μάλλον ποτέ ούτε γκρι, ούτε κάποιο άλλο ουδέτερο χρώμα.

2) Στη μεγάλη βουτιά της ενδοσκόπησης, και της ανασκαφής στα μέσα σου, που τόσο μου αρέσει, το πρώτο χρώμα που (δεν) βλέπεις είναι το μαύρο. Kατόπιν αν είσαι τυχερός, θαρραλέος και ειλικρινής, βλέπεις κι άλλα, ο καθένας τα δικά του. Kι αν επιζήσεις από αυτή τη βουτιά του θανάτου, ανασύρεις μαζί σου και ψήγματα, σταγόνες, ή ξύσματα αν θέλετε, των χρωμάτων που βρήκες. Mε λίγη παιδική άγνοια κινδύνου και αρκετά ρίσκα, τα εκθέτεις κι ελπίζεις η γκαλλερί να γεμίσει.

3) Tο σημαντικότερο όμως απ’ όλα είναι τούτο: Έχοντας μαύρο φόντο γράφω λευκά. Tα κείμενά μου είναι λευκά. Mαύρα είναι όσα συναντάμε σε άλλα blogs με ανοιχτόχρωμα backgrounds. Tα δικά μου είναι λευκά. Tο καταλάβαμε ή να το ξαναγράψω; Eίναι λευκά! Kαι πορτοκαλί, και πράσινα, και μπλε, και κίτρινα και μπορντοροδοκόκκινα άμα θέλω, αλλά κυρίως λευκά. Kι αυτό με αντιπροσωπεύει. Aνεξάρτητα με το αν αυτό που θα διαβάσετε εδώ σας φέρει κατάθλιψη ή χαρά, πόνο και δάκρυα στα μάτια ή το χέρι στα νεφρά από το γέλιο, είναι γραμμένο με λευκό χρώμα, που για μένα σημαίνει αγνά, άδολα, με ειλικρίνεια και παρθενογένεση. Kανείς δεν το έχει ακόμα καταπατήσει, κανείς δεν το έχει ακόμα σπιλώσει. Eίναι δικό μου και βγαίνει από μέσα. Aπό ένα αλλοπρόσαλο "μέσα", αλλά από εκεί τέλος πάντων. Kαι εκεί χιονίζει ξεχιονίζει, το άσπρο χαρίζει το φως του σε κάθε σκοτεινό, βρωμερό, ξεδοντιάρη και τρισκατάρατο μπαμπούλα…


Mαύρο λοιπόν, αλλά στο φόντο, από πίσω, στο βάθος…
Mαύρο γιατί είναι classy, γιατί είναι ιντριγκαδόρικο, γιατί είναι πολλά υποσχόμενο, και γιατί όπως είχε πει και η τρισμέγιστη Kατερίνα:

"Αστους να λένε για το μαύρο φόντο.
Έχουμε δίκιο. Το μαύρο είναι classy.
Σε τελευταία ανάλυση, όποιος θέλει
να διαβάζει ...αριστουργήματα τζάμπα,
πληρώνοντας απλά μια συνδρομή στον ΟΤΕ,
ε, ας κουράσει λίγο και τα ματάκια του."

Βαρέθηκα να ακούω σήμερα, τους περισπούδαστους και πανηγυρικά πρωτότυπους παραγωγούς, σχεδόν όλων των ραδιοφωνικών σταθμών, να μιλούν για την επιστροφή.
Την επιστροφή των κατοίκων των πόλεων, και ειδικότερα της Αθήνας, που "σιγά σιγά αποκτά τους ρυθμούς της", των κατοίκων "που προσπαθούν να προσαρμοστούν ομαλά στην πραγματικότητα", των φίλων που ξανασυναντιόνται "για να εξιστορήσουν ο ένας στον άλλον πως περάσανε", τις παρέες που "μαζεύονται σιγά σιγά" και άλλα τέτοια πρωτότυπα.

Αν έλειπε κανείς στο εξωτερικό κι ερχόταν σήμερα στην Ελλάδα, ανοίγωντας το ραδιόφωνο να μάθει τι συμβαίνει, θα νόμιζε μάλλον ότι είχαμε γίνει πρόσφυγες όλοι, και ξαφνικά σήμερα ειδικά, ανοίξαν τα σύνορα κι επαναπατριζόμαστε, σιχτιρίζοντας όμως τη τύχη μας για το κακό που μας βρήκε, και ποθώντας διακαώς να ξαναμεταναστεύσουμε.

Η κοινοτυπία σε όλο της το μεγαλείο!

Εγώ προσωπικά το αγαπώ το ραδιόφωνο. Το προτιμώ σαφώς από την τηλεόραση. Με μαγεύει αυτή η νότα μυστηρίου, που κρύβεται πίσω από κάθε φωνή, που με αφήνει να φαντάζομαι εγώ, πως είναι ο καθένας που μου μιλάει, κάτι σαν τα blogs, η φαντασία μου λειτουργεί καλύτερα, το αναπάντεχο τραγούδι που δεν περίμενα να ακούσω είναι σίγουρα καλύτερο από τις ειδήσεις που διαφημίζονται με χολυγουντιανά τρέϊλερ στην τηλεόραση.

Όμως δεν αντέχω τις κοινοτυπίες. Ποτέ και πουθενά. Με κάνουν να βαριέμαι, να αηδιάζω, να προσπαθώ να ξεφύγω... Γιαυτό και δεν αντέχω τις playlists με τα top-something, τις 412 ολόιδιες "ερωτικές φωνές" που μου κλείνουν πονηρά το μάτι, σκέτη καύλα, τους ανέραστους "ερωτιάρηδες" παραγωγούς, τους εκφωνητές ειδήσεων με τα 28 σαρδάμ ανά πρόταση...

Και μιλώντας για κοινοτυπίες μπαίνω στο θέμα.
(όλο το προηγούμενο ήταν πρόλογος, γαμώ τη λογοδιάρροιά μου...)

Έχω ακούσει δεκάδες, μπορεί κι εκατοντάδες φορές, φίλους, γνωστούς και αγνώστους, να μιλάνε με βαθύ προβληματισμό, για την Αθήνα. Για το πόσο πολύ θα θέλανε να την κοπανήσουν απ' αυτήν την "καταραμένη" πόλη, και να πάνε να ζήσουν κάπου αλλού, που "θα έχουν το κεφάλι τους ήσυχο", που "δεν θα τους κυνηγάει το άγχος κάθε μέρα", που "θα μπορέσουν να βρουν τον εαυτό τους" και "να χαρούν τον έρωτά τους", που "θα έχουν ένα καλύτερο περιβάλλον για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους"...

Κι εγώ τα έχω πει. Και τα 'χω προσπαθήσει.
Κι ίσως αυτή να είναι η μικρή διαφορά που μας χωρίζει. Η μικρή κι ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο "wishfull thinking" και το "πράττειν".

Με εκνευρίζουν δε αφάνταστα, αυτοί που "ξυπνάνε" ξαφνικά από το λήθαργό τους, αμέσως μόλις γυρίζουν από τις διακοπές, αφού φυσικά εκεί είδαν με άλλο μάτι τη ζωή. Οι περισσότεροι όμως κάνουν το τραγικό (κατά τη γνώμη μου) λάθος, να πιστεύουν ότι η ζωή σε ένα έρημο ψαροχώρι το χειμώνα, θα είναι εξίσου θελκτική και γοητευτική, με τη ζωή που έκαναν επί 10 ή 15 μέρες ως τουρίστες το καλοκαίρι.

Σε όσους το πιστεύουν πράγματι αυτό, και το έκαναν ή ετοιμάζονται να το κάνουν, τους βγάζω ειλικρινά το καπέλο. Τους ζηλεύω.

Σε όλους τους υπόλοιπους (του υποφαινόμενου συμπεριλαμβανομένου) έχω να πω το εξής:

Αυτή η πόλη
(αλλά και οποιαδήποτε άλλη "μεγαλούπολη" της Ελλάδας) έχει μια άρρωστη γοητεία που μας κρατά φυλακισμένους. Μια γοητεία νοσηρή, βρώμικη και ύπουλη. Μας ξελογιάζει με τα πλουσιοπάροχα "δώρα" της, για να μας κρατήσει ομήρους εσαεί. Μας κολακεύει με τις ψευδεπίγραφες απολαύσεις της, για να ξεζουμίσει από μέσα μας κάθε σταγόνα σχεδίου διαφυγής, κάθε ίχνος ονειρικής απόδρασης.

Αυτή η πόλη, κουνάει τις κλωστές μας και μας κάνει να φαινόμαστε σαν κακοκουρδισμένες μαριονέτες, τη στιγμή που απλώνει στα πόδια μας πλουσιοπάροχα τα ελέη της: λεωφόρους, multiplex, σκυλάδικα, υπηρεσίες, αεροδρόμια, λιμάνια, συντριβάνια, διαδηλώσεις και λίστες αναμονής.

Αυτή η πόλη, σαν ένας γιγάντιος ανίκητος μαγνήτης, ρουφάει όλα τα ρινίσματα αντοχής που έχουμε, και μετά μας φτύνει κατα πρόσωπο Αττικές Οδούς, Μετρό και Τραμ, Ολυμπιακά Ακίνητα και παραγκουπόλεις μέσα στην μεγαλούπολη.

Αυτή η πόλη, μας παρακαλάει να την αφήσουμε, και μετά μας στέλνει ερωτικά μηνύματα ειλικρινούς μεταμέλειας. Κι εμείς σαν ερωτευμένα σχολιαρόπαιδα σκιρτίζουμε στιγμιαία, και μετά βυθιζόμαστε σε έναν ωραίο τεράστιο κι αφράτο καναπέ (που να τον κουβαλάς αυτόν τώρα στην επαρχία;), κι ονειρευόμαστε καριέρες και κήπους με αυτόματο πόστισμα και Grand Cherokee για την Αράχωβα, και Grand Marnier για την επίδειξη στο μπαρ...

Αυτή η πόλη, σαν άλλος δαιμονισμένος γίγαντας που καταβροχθίζει τα παιδιά του, είναι ακόμα ελκυστική, γιατί έχουμε ανάγκη από παραμύθια, να ταϊσουμε την ματαιοδοξία μας, και που να ψάχνεις τώρα στα βιβλιοπωλεία για καινούργια; Το τηλεκοντρόλ είναι μισό μέτρο μακρυά μας. Μόνο...



Αρκετά χρόνια πριν είχα γράψει κάποιους στίχους,
για τις απόπειρές μου να "την κάνω"...
Ο Γιώργος Αρχοντάκης τους μελοποίησε
και η Άννα Καρλαύτη τους τραγούδησε
στο πρώτο CD του συγκροτήματος Motivo4
με γενικό τίτλο "Στη Σκιά της Σελήνης"

Σήμερα θυμήθηκα πόσο διαχρονικά θλιβερό
είναι να πιστεύω ακόμα το ίδιο,
ενώ τ' ακούω σ' ένα στερεοφωνικό στην Αθήνα
με 39 βαθμούς τ' απόγευμα ετούτο...




Κι εδώ είναι το link για το youtube.

Για όσους δεν το έχουν καταλάβει ή διαβάσει εδώ μέσα
εγώ που με βλέπετε (δίπλα, δεξιά δεξιά, στο μικρό εικονιδιάκι, το μπλε...),
είμαι μεγάλος καλλιτέχνης!

Αμέ!

Και γι' αυτό στο γραφείο που ζω (ε, που... δουλεύω ήθελα να πω...), προκειμένου να κάνω ευκολότερα τη δουλειά μου (που χοντρικά είναι η γραφιστική) και γρηγορότερα, έχω 2 (ολογράφως: δύο) οθόνες. Στην μία ανοίγω όλα τα έγγραφα που δουλεύω (τις μακέτες δηλαδής) και στην άλλη τις παλέτες (με τα εργαλεία δηλαδής). Έτσι δεν δημιουργείται cluttering (πάρτε τη λεξάρα τη φοβερή τώρα κατάμουτρα) στην επιφάνεια εργασίας μου.

Ωραία μέχρι εδώ!

Όπως όλα τα παιδάκια, έτσι κι εγώ κατά καιρούς αλλάζω wallpaper στις οθόνες μου, για να μην βαριέμαι και για να το παίζω ακόμα πιο σπουδαίος καλλιτέχνης στους πελάτες μου.
Μέχρι πριν λίγο καιρό, οι δύο οθόνες μου είχαν το ίδιο wallpaper, για καθαρά επιστημονικούς λόγους όπως καταλαβαίνετε, δηλαδή για να μην παθαίνω οπτική παράκρουση, όταν το μάτι μου (το ένα) πήγαινε από τη μία στην άλλη...
Πριν κάμποσες (εντελώς χάλια λέξη, το ξέρω) μέρες, αποφάσισα, για επίσης επιστημονικούς λόγους που θα εξηγήσω, να βάλω διαφορετικά wallpaper στην κάθε οθόνη. Έτσι, έβαλα στη μία, μια ωραία θάλασσα (μιας και μάλλον μόνο έτσι θα τη δω φέτος), και στην άλλη μια εικόνα που θα με προέτρεπε υποτίθεται να μένω συγκεντρωμένος στο στόχο μου και να μην "ταξιδεύω"...
Οπότε αυτό που βλέπω κάθε μέρα είναι ακριβώς αυτό:




Τι; Δεν φαίνεται καλά;
Δεν μπορείτε να διαβάσετε;
ΟΚ. Nο problem.

Πάρτε μια μεγέθυνση:


Ούτε τώρα;
Μισό λεπτάκι...

Τώρα;




ΕΝΤΑΞΕΙ;
Εντάξει θα μου πείτε... Ωραίος!
Και μιας και αυτό που μένει πιο πολλές ώρες εμφανές είναι το δεξιά wallpaper (διότι η θάλασσα αριστερά, έχει συνήθως από πάνω, γύρω στα 368 "παράθυρα" με μακέτες), το motivation (ουφ... το κίνητρο ρε παιδάκι μου) για να μην χαζεύω και χάνω το χρόνο μου, είναι πασιφανές. Βλάκας δεν είμαι, άρα...


Άρα θα σταματήσω και το blogging γενικότερα, διότι:
α) όταν γράφω ένα post έχω κλείσει όλα τα άλλα παράθυρα και άρα μιας και ο browser δεν έχει παλέτες, βλέπω φάτσα κάρτα την παρότρυνση,
β) όταν ασχολούμαι με το blogging (είτε γράφω είτε διαβάζω) θα πει ότι ΔΕΝ δουλεύω, και
γ) εφόσον δεν δουλεύω εκείνη τη στιγμή (το "στιγμή" μην το πάρετε και πολύ τοις μετρητοίς), θα δουλέψω αργότερα, και αν ξαναμπώ στο internet και χάσω κι άλλο χρόνο, θα δουλέψω κι άλλο πιο αργότερα, και πιο αργότερα, και άρα όλα αυτά σημαίνουν ότι θα πάω σπίτι περίπου την ώρα που θα πρέπει να ξαναφύγω για τη δουλειά...

Οπότε καλοί μου φίλοι,
θα σταματήσω το blogging.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

ή θα αλλάξω wallpaper...
.
.
.
.
.
.

Κάποτε η Mafalda είχε ρωτήσει τη μαμά της:

"Μαμά, που πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε;"

"......"





Εγώ είμαι πιο μεγάλος από τη Mafalda
και ως εκ τούτου οι απορίες μου είναι πιο κομπλικέ...

"πού πάνε τα δάκρυα όταν δεν τα χύνουμε;"


(λένε πως δεν υπάρχουν χαζές απαντήσεις,
μόνο χαζές ερωτήσεις...)




Στην Ισπανία του 1944 υποτίθεται πως ο εμφύλιος πόλεμος έχει επισήμως λήξει, όμως το μίσος και η πόλωση εξακολουθεί να κυριεύει τις αντίπαλες παρατάξεις. Η Mercedes (Maribel Verdu) ταξιδεύει μαζί με την κορούλα της, Ofelia (Ivana Baquero), για να συναντηθεί με το σύζυγό της, τον Capitan Vidal (Sergi Lopez), έναν απολυταρχικό αξιωματικό του στρατού. Το στρατόπεδο προς το οποίο κατευθύνονται αποτελεί το εφαλτήριο επιχειρήσεων εκκαθάρισης των γύρω περιοχών από επαναστάτες. Το περιβάλλον για τη μικρούλα είναι δύσκολο και τραγικό, για καλή της τύχη όμως βρίσκει μία παραμυθένια διέξοδο από την ενήλικη πραγματικότητα, έναν λαβύρινθο που ίσως οδηγεί στην ελπίδα. Σε αυτή την ονειροβασία της που κρύβει κάθε λογής εκπλήξεις τη συνοδεύει ένας Φαύνος (ο οποίος είναι μία ρωμαϊκή θεότητα αντίστοιχη του γνώριμου και ελληνικής προέλευσης τραγοπόδαρου θεού Πάνα), ο οποίος φαίνεται να βασίζει πολλά στο κοριτσάκι...

Η ταινία "Ο Λαβύρινθος του Πάνα" του μεξικανού δημιουργού Guillermo Del Toro, προβλήθηκε στις αρχές του 2007 και ήταν υποψήφια για Oscar στην κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου.

Βάλτε αν θέλετε τη μουσική να παίζει όσο διαβάζετε παρακάτω...


MusicPlaylist



Ένα παραμύθι είναι πολλές φορές
προτιμότερο από την πραγματικότητα.

Πιθανότατα αυτή η φαντασιακού επιπέδου διαφυγή να θεωρείται άτοπη και ως εκ τούτου μάταιη από κάποιους, εκτός φυσικά κι αν η αληθινή όψη της ζωής είναι τόσο τρομακτική που σε αναγκάζει να κλείνεις φοβικά τα μάτια, τόσο που να μη θες να τα ξανανοίξεις. Στο συγκεκριμένο όνειρο υπάρχει ελπίδα, αυτή ακριβώς που στη γνώριμη πραγματικότητα του πολέμου έχει χαθεί. Στα όνειρα - παραμύθια όλων μας δεν υπάρχει πάντα, ούτε καταλήγουν οπωσδήποτε σε λύτρωση. Υπάρχουν όμως τα όνειρα αυτά καθεαυτά, μιας και μερικές φορές αποτελούν τη μόνη διέξοδό μας από μια στρεβλή, ψυχοφθόρα, επώδυνη ή απλά βαρετή πραγματικότητα.

Στην ταινία (ποίημα κατά την ταπεινή μου άποψη) ο σκηνοθέτης τοποθετεί την ηρωίδα του, τη μικρή Οφηλία, κάπου μέσα στο ακαθόριστο όριο της φαντασίας και του αληθινού βίαιου κόσμου, ως μόνη λύτρωση για ένα παιδί της ηλικίας της.
Στην δική μου αλληγορική επέκταση-άποψη, όλοι μας τοποθετούμε (άλλοι πολλές και άλλοι λίγες φορές) τον εαυτό μας, σε αυτό το ουτοπικό, και μάλλον στιγμιαίο, επίπεδο νόησης και αντίληψης των γεγονότων, που τρέχουν γύρω μας και πολλές φορές μας προσπερνούν και μας αφήνουν άναυδους, ενώ άλλες μας τσακίζουν και μας αφήνουν ανάπηρους (συναισθηματικά, πνευματικά ή ψυχικά).

Δεν θέλω να βαρύνω την ατμόσφαιρα, καλοκαιράκι είναι, απλά αναπόλησα μερικές ωραίες στιγμές με αφορμή ένα πολύ τρυφερό και προσωπικό post από το blog "ο βιολιστής στη στέγη", κι επειδή πιστεύω ότι όλοι λίγο ή πολύ έχουμε κατά καιρούς ξεφύγει ή καταφύγει σ' ένα όνειρο (παραμύθι ίσως) είπα να σας μιλήσω για την ταινία.

Δείτε εδώ ένα σύντομο trailer:






Κι εδώ το αμερικάνικο (πιο εκτενές) trailer.
Δυστυχώς το πρωτότυπο ισπανόφωνο δεν μπόρεσα να το βρώ.





Εννοείται πως για όποιον ενδιαφέρεται η ταινία κυκλοφορεί σε DVD.

... δεκατέσσερα ...



... δεκατρία ...



... δώδεκα ...



... έντεκα ...



... δέκα ...




... εννέα ...



... οκτώ ...



... επτά ...



... έξι ...





... πέντε ...



...τέσσερα ...



... τρία ...



... δύο ...




... ένα ...



... μηδέν




Εγώ σας το είπα.
Εσείς δεν μ' ακούγατε...

Να δω τώρα τι θα κάνετε
χωρίς εμένα...

(υπογραφή αυτόχειρα: the blog)





My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy