Οπότε, μην αντέχοντας άλλο να εκσφενδονίζω τα θρύψαλα που είχαν απομείνει εκεί που κάποτε κατοικούσε ο εγκέφαλός μου, κι αυτά να κάνουν “πονγκ-πονγκ” στους μουντούς γκρι τοίχους και να σκορπίζονται σε χίλιες κατευθύνσεις, πήρα τη θαρραλέα απόφαση να γίνω αστροναύτης.
Το μετάνιωσα γρήγορα. Τα σεμινάρια στην NASA είχαν κόστος ανά ημέρα όσο και τα πέντε σπίτια μου μαζί. “Δεν πειράζει, θα γίνω Spiderman!” ελίχθηκα γρήγορα και έξυπνα. Έτσι κι αλλιώς ο Άκης πάντα μου έλεγε όταν ήμασταν δεκαπέντε χρονών πως: “no matter what (ήταν η προσφιλής του έκφραση από τότε που πήρε το Lower) είναι το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου” και τώρα που εκείνος έχει πεθάνει, ποιος άλλος έμεινε για να σώσει τον κόσμο;
Κατάπια αστραπιαία ένα από αυτά τα πράσινα χάπια που είναι ειδικά για τέτοιες περιστάσεις, έκανα “τα-νταχ!” (αν και ήμουν σίγουρος πως αυτό είναι από αλλού), και σκαρφάλωσα με τα τέσσερα στον δεξί τοίχο του δωματίου. Αυτοσυγκεντρώθηκα.
(αυτό ήταν εκνευριστικά δύσκολο για έναν τύπο με το δικό μου μυαλό, αλλά απ’ την άλλη τα πράσινα χαπάκια κάνουν θαύματα…)
Είχα προγραμματίσει τον υπολογιστή να παίξει με καθυστέρηση δύο λεπτών ένα φοβερό mp3 που είχα κατεβάσει από το soundtrack μιας ταινίας του Ντέιβιντ Φίντσερ, και μόλις το πομπώδες κρεσέντο κορυφωνόταν τίναξα το κορμί μου στον απέναντι τοίχο τον οποίο διέλυσα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, κι ετοιμάστηκα να ξεχυθώ για να πολεμήσω το κακό σε κάθε του μορφή και να γίνω ένας σύγχρονος ήρωας.
Βέβαια μόλις καταλάγιασε ο κουρνιαχτός και τα εξωτικά φύλλα που είχαν σκορπιστεί ολούθε μετατράπηκαν σε ένα άγριο πράσινο χαλί, μπόρεσα να πάρω χωρίς περιθώριο αμφιβολίας μια άγρια πρόγευση από τον νέο μου ρόλο, οπότε και έκανα μια μεγαλειώδη στροφή 180 μοιρών, άρπαξα το Popular Medicine από το τραπεζάκι, και πήγα γρήγορα γρήγορα να κάνω κακά μου.
Να τον σώσετε εσείς τον κόσμο!
Κι άμα δεν μπορείτε, να πάει να σωθεί μόνος του.
Εγώ θα βγω από ‘κει μέσα το 2018 να δω τι κάνατε.
(πλοφ!)
.
Labels: almost dreams, brain-fuck, domestic madness, fiction, heavy drugs, journeys
Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται, κλπ. κλπ.
(ανοίγει παρένθεση…
- Ποιος είναι πάλι αυτός ο μαλάκας;
- Ξέρω ‘γω; Ο καινούργιος θα ‘ναι…
- Καλά, και τι στυλάκι είναι αυτό; Δεν του είπανε που ήρθε;
- Ε, εντάξει μωρέ το παλικάρι, δεν ήξερε…
- Και δεν ρώταγε;
- Γιατί; Εσύ ρώτησες για να ‘ρθεις;
- Εγώ ήρθα κατά λάθος και ξέμεινα!
- Ναι, ενώ εμείς γουστάραμε εκ πεποιθήσεως…
- Καλά… άκλαυτος θα πάει κι αυτός.
- Έχουμε αρχίσει και μου θυμίζουμε επικίνδυνα τους κωλόγερους στο Muppet Show…
- Μην ανησυχείς. Αυτοί είναι μαριονέτες.
- Γιατί, εμείς τι είμαστε δηλαδή;
- Εμείς έχουμε προσωπικότητα ρε! Έχουμε υπόσταση, ελεύθερη βούληση, αποφασιστικότητα, γνώμη!
- Αγόρι μου τα έχεις παίξει τελείως. Άλλους περιγράφεις τόση ώρα…
- Τι εννοείς;
- Εννοώ πως ΚΑΙ εμείς είμαστε παγιδευμένοι σ’ αυτό εδώ το κωλόμπαρο, σ’ αρέσει δε σ’ αρέσει, περνάμε τη ζωή μας τσουλώντας αργά πάνω στις προκαθορισμένες ράγες που άλλοι έστρωσαν για μας, στην καλύτερη ξύνουμε λίγο επιφάνεια και αμέσως μαζευόμαστε για να μην πάθουμε τίποτα εγκαύματα, παραληρούμε ασύστολα για το πώς θα θέλαμε να είναι η ζωή μας, και χλευάζουμε αυτό που δεν μπορούμε να αποφύγουμε πια. Pathetic σου λέω! Άστα…
- Γιατί δηλαδή; Αυτός εδώ τώρα είναι καλύτερος που κόβει βόλτες με τη φάτσα χιλίων καρδιναλίων;
- Δε ξέρω. Αλλά τουλάχιστον έχει τρία κανονάκια να ξοδέψει. Άμα μαλακιστεί και δεν τη βγάλει την πίστα δικό του πρόβλημα.
- Άρα εμείς… πάει… κολλήσαμε εδώ… εγώ δεν έχω άλλα κανονάκια.
- Ας προσέχαμε. Τώρα μόνο σ’ αυτόν μπορούμε να ελπίζουμε.
- Τον σκατόφλωρο! Κοίτα βλέμμα!
- Ναι αλλά μόνο κάποιος τόσο αγνός και με τόση άγνοια κινδύνου μπορεί να ανατρέψει τη ροή των πραγμάτων.
- Κι εμείς το θέλουμε τώρα αυτό;
- Μ’ αρέσει που είχες και άποψη!
- …
- Παπάρα!
- Κωλόγερε!
- Θες μια μπύρα ακόμα;
- Φέρε…
κλείνει η παρένθεση)
Ηλίθιε!
Εκτός από την πιάτσα θα μας χαλάσεις και το μπαρ!
*(όλες οι φωτογραφίες της σειράς είναι από εδώ)
.
Labels: brain-fuck, fiction, images, short truths
Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Και ναι, κάθεται σ’ αυτό το ίδιο μπαρ που πριν εσύ έπινες αμέριμνος τις μπύρες σου, και ναι, κάθεται στο ίδιο ακριβώς τραπέζι, έτσι απλά, σαν ένδειξη χλευασμού, και ναι, αυτό εκεί που βλέπεις μπροστά του είναι η καρδιά σου! Σε λίγο θα την κόψει σε μικρά συμμετρικά τετράγωνα κομματάκια και θα την φάει σε μια αργή ιεροτελεστία, σκορπώντας τρόμο και δέος, αηδία και ανατριχίλα.
Δεν έχει κανένα νόημα το τι αισθάνεται. Μπορεί και τίποτα. Δεν το ‘χει ανάγκη αυτό. Είναι νικητής. Είναι ο επόμενος και δικαιωματικά μπορεί να απολαύσει νηφάλιος και την τελευταία ακόμα μπουκιά από το αναιμικό παρελθόν σου, να ξεδιψάσει με το τελευταίο απόσταγμα του αίματός σου, να καπνίσει ανενόχλητος χίλια τσιγάρα τινάζοντας τις στάχτες σου στο τασάκι, στο πάτωμα, στο διάστημα…
Τα ρούχα του και τα εμφανώς μισοκρυμμένα τατουάζ του δείχνουν εύστοχα στους γύρω ποιος είναι τ’ αφεντικό πλέον, και τους κάνει να σιωπούν από φόβο μήπως βρεθούν στη θέση σου (ή να λέγαμε καλύτερα “όταν βρεθούν στη θέση σου”;)
Μη δίνεις σημασία στο κερί που σιγολειώνει μπροστά του. Συμβολικό είναι και αυτό. Αλλά εδώ που τα λέμε, και να ‘θελες να δώσεις σημασία μήπως θα μπορούσες; Δεν υπάρχεις πια, είσαι απλώς μια φευγαλέα ανάμνηση κι αυτό μόνο και μόνο επειδή καλλιέργησες έντεχνα την υστεροφημία σου, ξοδεύοντας προσεκτικά και τα τελευταία σου σεντς -ως συνήθως- σε λάθος επένδυση.
“Η ζωή είναι αβέβαιη,
γι αυτό φάε πρώτα το επιδόρπιό σου…”
Στα είχανε πει μικρέ μαλάκα! «Ζωή είναι αυτό που συμβαίνει ενώ εσύ είσαι απασχολημένος με το να κάνεις σχέδια», «Όταν εσύ κάνεις σχέδια, ο Θεός γελάει»… κι ένα κάρο ακόμα κοινοτυπίες που τις περιφρόνησες μεγαλόπρεπα. Δικαίωμά σου. Εμάς δε μας σκέφτηκες όμως;
Ηλίθιε!
Μας έκανες να φοβόμαστε να ξαναμπούμε σε τέτοιο μπαρ.
.
Labels: brain-fuck, fiction, images, short truths
Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Δεν έχει να απολογηθεί σε κανέναν και πουθενά να δώσει εξηγήσεις. Εξάλλου μόνη ήρθε σ’ αυτήν την κηδεία και μόνη θα φύγει. Εσύ είσαι πλέον ανίκανος να κάνεις έστω και βήμα.
Έχει φύγει από το μαγαζί -ή μάλλον εσύ έφυγες και πλέον η ύπαρξή του δεν είχε νόημα. Εδώ είναι το τελευταίο σημείο που θα μπορούσες να την δεις αν ήσουν ακόμα ζωντανός.
Είναι εξωφρενικά απίθανο να μάθεις τι αισθάνεται πλέον. Πόνο, οίκτο, ευχαρίστηση; Μπορεί και τίποτα. Μην έχεις την παραίσθηση βέβαια πως αισθάνεται ελεύθερη. Ελεύθερη ήταν πάντα και δεν σημαίνει τίποτα καινούργιο για αυτήν το γεγονός της αποδέσμευσης. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για σένα, αλλά για σένα μάλλον δεν θα ξαναπούμε τίποτε άλλο.
Τα ρούχα της δεν θα προκαλέσουν κανέναν σήμερα, το άρωμά της διάφανο, σχεδόν ανύπαρκτο, λίγο σαπούνι θα μύριζε κάποιος μόνο (αν μπορούσε να την πλησιάσει), αλλά και μόνο η διασταύρωση του βλέμματός του με το δικό της είναι ιδιαίτερα αποτρεπτικό στοιχείο. Ποιος αντέχει πόκερ με το διάβολο χωρίς μάρκες;
Θα αφήσει σε λίγο τα λουλούδια που κρατάει απαλά και ψυχρά, πάνω σε ότι θα μπορούσε να θυμίζει πως την είχες κάποτε δική σου, θα σταθεί για λίγο ακίνητη δίπλα σου χωρίς να ψιθυρίσει την παραμικρή συλλαβή, θα ατενίσει τον ορίζοντα, καράβια θα χάνονται στο βάθος και αερόστατα θα βυθίζονται στα σύννεφα, χωρίς εσένα μέσα, θα βγάλει την κουκούλα της -το κρύο που σε συνοδεύει σ’ αυτό το ταξίδι είναι δικό σου, όχι δικό της- και θα περπατήσει αγέρωχη όπως πάντα για να χαθεί σε ένα κινηματογραφικό fade out τίτλων τέλους. Για σένα φυσικά.
“Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου,
η ζωή το λέει πεταλούδα…”
Στο είχανε πει μικρέ μαλάκα, μα δεν τους πίστεψες! Γαντζώθηκες σφιχτά γύρω της σαν φρεσκοπλυμένο πουκάμισο σε λείο σώμα, στριμώχτηκες σε όσα δρομολόγια θεώρησες πως περνάνε από το μυαλό της, βυθίστηκες στους ωκεανούς των ματιών της χωρίς σωσίβιο, χωρίς φωτοβολίδα ή σφυρίχτρα -λίγο χρόνο ν’ αφιέρωνες μόνο στις οδηγίες χρήσεως τώρα θα ήταν άλλος στη θέση σου, κι εσύ θα έγραφες νηφάλιος επικήδειους για να διαβάζουν όσοι δεν δώσανε ραντεβού με τις παραλίες.
Ηλίθιε! Νόμιζες στ’ αλήθεια πως βρισκόσουν σε μπαρ;
.
Labels: brain-fuck, fiction, images, short truths
Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Κάθεται σε κάποιο σκοτεινό τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού και σε κοιτάει κατευθείαν στις κόρες των ματιών σου, τόσο ευθεία που κοντεύουν να πάρουν φωτιά. Όχι οι δικές σου. Οι δικές του. Έτσι όπως τον κοιτάς τρομαγμένος νιώθεις πως είναι το μόνο πράγμα που δεν καίει πάνω του ακόμα. Ίσως να έχεις δίκιο.
Καπνίζει βαρύ καπνό. Οι αναθυμιάσεις μπερδεύονται σαδιστικά με τη βαριά κολώνια του και κάνουν την ατμόσφαιρα τριγύρω αποπνικτική. Δεν αισθάνεται τίποτα. Ούτε πόνο, ούτε οίκτο, ούτε ευχαρίστηση. Σε κάνει εύκολα να πιστέψεις πως μπορείς να σωθείς -είναι βλέπεις αυτό το χαμόγελο που νομίζεις πως ξεχωρίζεις μέσα από τις πυκνές τούφες του καπνού- αλλά εσύ ξέρεις με κάποια ανεξακρίβωτη σιγουριά πως είναι εκεί για σένα και δεν πρόκειται να φύγει μόνος..
Η γραβάτα του είναι δεμένη σφιχτά, καλύτερα κι από θηλιά, και το πουκάμισό του άψογα ατσαλάκωτο. Πως θα μπορούσε άλλωστε να ‘ταν και αλλιώς; Μπορεί να μην περίμενες ποτέ πως θα ‘χει αυτή τη φάτσα, αλλά πάντα ονειρευόσουν μια ηρωική ή έστω αξιοπρεπή έξοδο και η συνοδεία του θα σου την προσφέρει μεγαλόπρεπα.
Ημερολόγιο δεν έχει. Δεν το χρειάζεται. Και αυτό που νόμιζες πως φύλαγε για σένα ξέρεις καλά πως ήταν μια βολική αυταπάτη. Μια ηρωική Hasselblad έχει, με θαμμένες μέσα της όλες σου τις νίκες και τις ήττες και στην καλύτερη των περιπτώσεων θα την κληρονομήσει κάποιος άφρων νεανίας που θα θεωρήσει πως με το αντίτιμό της θα εξαγοράζει υστεροφημία -είναι βλέπεις, που (όπως κι εσύ) θα τον γνωρίσει πολύ αργά στη ζωή του, λίγο πριν τη στιγμή που δεν θα μπορέσει να ξαναμπεί εδώ μέσα.
Τα μάτια του -δυο άγριες χοάνες που ξερνάνε πυκνή άβυσσο- ζωγραφίζουν σαδιστικά την απόσταση ανάμεσά σας και σε κοκαλώνουν στη θέση σου. Σε λίγο θα σηκωθεί απότομα, σκορπίζοντας γύρω του τις τελευταίες σου μάρκες που του χάρισες άθελά σου, και θα έρθει να σ’ ακουμπήσει σκληρά στον ώμο με το παγωμένο του χέρι. Θα ισορροπήσει επιβλητικά μπροστά σου και η σκιά του θα απλωθεί σαν τείχος αδιαπέραστο ανάμεσα σε σένα και κάθε τι έμβιο γύρω σου. “Έλα” θα σου πει και θα ‘ναι ο χειρότερος ήχος που άκουσες ποτέ, θα ανατριχιάσεις, θα σηκωθείς, και θα ζυγίζεις χίλια κιλά.
“Άμα πάρεις λάθος τρένο,
όπου και να κατέβεις πάλι λάθος θα είσαι…”
Στο είχανε πει μικρέ μαλάκα, τους πίστεψες κιόλας, αλλά όχι! Εσύ εκεί, σκαρφάλωνες μόνιμα στο λάθος βουνό, με λάθος παπούτσια και στόχευες τη λάθος κορυφή. Κατρακύλα τώρα σ’ αυτόν τον απύθμενο βυθό, κι αν νομίσεις έστω και για μια στιγμή πως η στολή σου δε θα σχιστεί και θα βγεις αλώβητος στην άλλη μεριά του πλανήτη, κάτσε λίγο να σου πούμε και γι άλλα θαύματα. Εσύ θα κερδίσεις μάταιες ελπίδες κι εμείς θα χάσουμε την ώρα μας.
Ηλίθιε!
Όλοι θα στραβοπατήσουμε σ’ αυτό το μπαρ, που έχει μόνο έξοδο.
.
Labels: brain-fuck, fiction, images, short truths
Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Κάθεται σε κάποιο σκοτεινό τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού και σε κοιτάει κατευθείαν στις κόρες των ματιών σου, τόσο ευθεία που κοντεύουν να πάρουν φωτιά. Οι δικές σου. Οι δικές της πάγωσαν εδώ και καιρό, όταν ένα τρένο γεμάτο ματαιωμένες προσδοκίες πέρασε από πάνω της και το μόνο που τις άφησε ατσαλάκωτο είναι το βλέμμα.
Θα ήθελε να καπνίζει βαρύ καπνό, να την καίει μέχρι κάτω, χαμηλά στην κοιλιά, αλλά δεν έχει νόημα. Δεν αισθάνεται τίποτα. Ούτε πόνο, ούτε οίκτο, ούτε ευχαρίστηση. Σε κάνει εύκολα να πιστέψεις πως μπορείς να την σώσεις, σχεδόν απ’ οτιδήποτε, κι είσαι έτοιμος να της προσφέρεις το παλτό σου για να πατήσει πάνω στις λάσπες (άχρηστο βέβαια, οι αποχετεύσεις κάνουν καλή δουλειά πλέον) ή τη συντροφιά σου (επίσης άχρηστο: στο τραπέζι επάνω έχει ότι χρειάζεται για την υπόλοιπη ζωή της) ή έστω να της ανάψεις το τσιγάρο -έτσι όπως το κρατάει εκείνο σου ψιθυρίζει: “έλα, δωσ’ μου ζωή, άσε με να λιώσω στο χέρι της”- μάταια όμως, το τσιγάρο αυτό έχει ανάψει τόσες φορές, κι έχει σβήσει άλλες τόσες πάνω σε σμπαραλιασμένους εγωισμούς άλλων αρσενικών που θα ‘ταν τουλάχιστον αυτοκαταστροφικό εκ μέρους να προσπαθήσεις έστω.
Το φερμουάρ του μπουφάν της είναι προσεκτικά κατεβασμένο έως το σημείο που αρχίζουν οι προσδοκίες, κι εξίσου προσεκτικά ανεβασμένο έως εκεί που απαγορεύεται να κάνεις ένα βήμα έστω: θα χαθείς σε μια άβυσσο πιο σκοτεινή κι απ’ το μυαλό σου. Ναι. Υπάρχουν χαράδρες που ακόμα και τύποι σαν κι εσένα φοβούνται να διασχίσουν.
Στο ημερολόγιο της είναι θαμμένα πτώματα αδύναμων αντρών, λέξεις που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ σε χαρτί, ιδρώτες που στέγνωσαν πάνω της πριν καν κυλήσουν σ’ αυτούς που μοιράστηκαν ένα σεντόνι μαζί της για μια βραδιά.
Τα μάτια της -άθραυστα κρύσταλλα- χαράζουν καλύτερα κι από διαμάντι την απόσταση ανάμεσά σας και σε κοκαλώνουν στη θέση σου. Σε λίγο θα φύγει, σκορπίζοντας πίσω της τόση θλίψη που θα μπορούσαν γραφούν δεκάδες ευπώλητα βιβλία γι αυτήν, αλλά εκείνη δεν θα την νοιάζει. Θα ισορροπήσει επιδέξια πάνω στις ατσάλινες γόβες της και μέσα στην ησυχία που θα κάνουν όλοι -δήθεν αδιαφορώντας για αυτό το απόκοσμο πλάσμα, που θα μπορούσε να τους ανατρέψει κοσμοθεωρίες μόνο με τη σιωπή της- θα χαράξει στο ξύλινο δάπεδο το πιο εκκωφαντικά σιωπηλό αντίο, πιέζοντας με την καλογυμνασμένη της γάμπα τη γόβα, κι αφήνοντας πίσω της τόσες σπίθες που θα άναβαν όλο το πακέτο με τα Pall Mall, κι όχι μόνο αυτό που κρατούσε για να σου πει: έλα.
“Καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες,
παρά για κάτι που δεν έκανες…”
Στο είχανε πει μικρέ μαλάκα, τους πίστεψες άλλωστε, το γράφουν όλες οι μαρκίζες της ζωής σου, αλλά όχι! Εσύ εκεί, θα ψοφήσεις μια μέρα πάνω σ’ εκείνη τη μπάρα, σαν δηλητηριασμένη κατσαρίδα, προσπαθώντας να πείσεις τους πάντες πως δε σε νοιάζει.
Ηλίθιε!
Όλοι περάσαμε απ’ αυτό το μπαρ, με τις γυναίκες ταραντούλες.
.
Labels: brain-fuck, fiction, images, short truths
Είναι καλοκαίρι.
Αυτή η αρρωστημένα ακαθόριστη ώρα ανάμεσα στο μεσημέρι και στο απόγευμα, τότε που ο ήλιος είναι πιο κίτρινος από κάθε άλλη στιγμή και μπαίνει φέτες μέσα από τις κοφτερές περσίδες του παραθύρου, ζωγραφίζοντας τον απέναντι άδειο τοίχο σα φυλακή. Οριζόντια.
Το κουτάκι της μπύρας στο αριστερό μου χέρι ιδρώνει σχεδόν περισσότερο κι από το μέτωπό μου, ενώ το πιστόλι στο δεξί ακροβατεί ασθμαίνοντας σε μια από χρόνια ιδρωμένη παλάμη…
Είναι καλοκαίρι.
Στη Φιλανδία δεν τους νοιάζει. Σχεδόν το αγνοούν. Πιο δυσδιάστατη ζωή μπορώ να ανακαλύψω μόνο σε σκονισμένα κόμικς στο νεκροταφείο της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε”, μα κι εκεί ένας Altan κι ένας Reiser δίνουν απόκοσμες διαστάσεις σε ένα μέλλον που τότε φάνταζε ως νοσηρό ανέκδοτο και όχι ως προφητεία της σημερινής ρουτίνας….
Είναι καλοκαίρι.
Τα ηχεία ασθμαίνουν κάτω από το ανυπέρβλητο βάρος των χορδών του Gilmour, και η κυρία Μαίρη στο δίπλα διαμέρισμα κάτω από το ανυπέρβλητο βάρος του συζύγου της. Σε λίγη ώρα θα εισάγω στα δελτία των ειδήσεων τη λέξη “γειτονοκτόνος”…
Είναι καλοκαίρι.
Ο Philip Marlowe δίπλα μου στύβει το φτηνιάρικο φλασκί του, που έχει να δει περιεχόμενο με αλκοόλ από την τελευταία του υπόθεση, μήνες νωρίτερα, και βλαστημάει κατάρες πάνω από ένα μαύρο τηλέφωνο της Bell Atlantic που η τελευταία φορά που χρησίμευσε ήταν στον ποιοτικό έλεγχο του εργοστασίου παραγωγής. Προσπαθώ να τον πείσω –μάταια- να βγάλει την καπαρντίνα και το μόνο που εισπράττω είναι ιστορικές ατάκες του Humphrey Bogart που δεν τις κατεβάζει κανείς ούτε δωρεάν πλέον από το internet…
Είναι καλοκαίρι.
Εγώ, στην παραλία με παλτό, άμμο στα παπούτσια και στα μάτια, κάνω βόλτες γύρω από το ίδιο σημείο σαν ηλίθιος σκύλος που κυνηγάει τη σκιά της ουράς του. Θα σωριαστώ αποκαμωμένος στη μέση του κύκλου που έσκαψα με τη βήματά μου, ενώ στο ψάθινο καπέλο μου θα κροταλίζουν νομίσματα που θα μου πετάνε τουρίστες σε mass production…
Είναι καλοκαίρι.
Τέλη Μαρτίου.
Του δύο χιλιάδες δέκα.
Κι αργεί ακόμα να χειμωνιάσει.
Labels: brain-fuck, domestic madness, fiction, journeys
Η (όχι και τόσο) μικρή, πικρή ιστορία του μοναχικού Νόρμαν
32 ασχολήθηκαν... by Spy στις: 12/24/2009 10:36:00 μ.μ.“Η καλή η μέρα από το πρωί φαίνεται”.
Αν δεχτούμε -έστω και προσωρινά- πως οι παροιμίες ισχύουν, η σημερινή μέρα μύριζε από ένα μίλι πως θα ήταν η χειρότερη στη σύντομη ζωή του Νόρμαν.
Αρχικά συνειδητοποίησε πως ξύπνησε ολομόναχος. Κοίταξε δίπλα του, δεξιά, αριστερά, κανείς. Παρόλο που θα ορκιζόταν πως το προηγούμενο βράδυ όταν έσβησαν τα φώτα είχε σίγουρα συντροφιά. Βέβαια. Έπειτα ήταν κι αυτή η απρόσμενη ησυχία που επικρατούσε στο σπίτι, αυτή του τύπου: “η ηρεμία πριν την καταιγίδα”. Με το εγκεφαλικό παραλίγο να δώσουν ραντεβού, όταν ανακάλυψε πως όχι απλά ήταν μόνος, αλλά κι αυτό ακόμα το προστατευτικό που είχε πάντα μαζί του, αυτό που από τόσες κακοτοπιές τον είχε προφυλάξει τις τελευταίες ημέρες, είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς.
Έκανε να σηκώσει το ευαίσθητο κεφάλι του, γνωρίζοντας καλά πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολη κίνηση για τύπους στην κατάστασή του, αλλά προφανώς δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Ίσα που πρόλαβε να μισο-δει πως ούτε οι γείτονες δεν ήταν εκεί. Για πρώτη ίσως φορά αντίκρυσε το αληθινό πρόσωπο του φόβου. Για πρώτη ίσως φορά άρχισε να αντιλαμβάνεται τον όρο “απόλυτη μοναξιά”. Και οι γιορταστικές αυτές ημέρες δεν ήταν κι ότι καλύτερο για ασκήσεις θάρρους.
Προσπάθησε να συνέλθει. “Για να στοχεύσεις σωστά που θέλεις να φτάσεις, πρέπει πρώτα απ’ όλα να συνειδητοποιήσεις που βρίσκεσαι τώρα”. Το είχε διαβάσει σε ένα χαρτί στον τοίχο, που είχε κι άλλα μικρότερα κείμενα αλλά δεν έφτανε να τα διαβάσει. “Μάλιστα” είπε με ψεύτικη ψυχραιμία στον εαυτό του. Εκείνος δεν του απάντησε.
Η μνήμη του γύρισε πίσω, σ’ έναν ακαθόριστο γι αυτόν χρόνο, όπου όμως κατάφερε να θυμηθεί καθαρά τα πρόσωπα που τον περιτριγύριζαν. Άρχισε να θυμάται ακόμα και τις συζητήσεις τους:
- Εσείς θα πάτε πουθενά αυτές τις μέρες;
- Είσαι τρελός; Με τέτοιο κρύο έξω;
- Δεν έχετε μεταφορικό μέσον;
- Φυσικά και όχι. Και τα παιδιά όπως βλέπεις είναι πολυ μικρά για δύσκολα ταξίδια.
- Χμ... ναι... (έκανε καθώς χάιδευε το απαλό, σχεδόν κατάλευκο, παιδικό κεφαλάκι που ήταν δίπλα του)
- Εδώ σπίτι λοιπόν.
- Εσείς; (έστρεψε από την άλλη, ρωτώντας τον κ. Μπρένταν)
- Όχι αγόρι μου (του έκανε συγκαταβατικά εκείνος). Είμαι πολύ γέρος πια. Μόνο σηκωτό μπορούν να με πάρουν από δω...
“Ωραία” σκέφτηκε, χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν. “Τουλάχιστον δεν θα είμαι μόνος...” άρχισε τα πυροσβεστικά κόλπα για τις αυταπάτες του.
Ήταν όμως! Πλέον. Μόνος.
Και ήξερε βαθιά μέσα του πως (όσα λεφτά κι αν ξόδεψε στην ψυχανάλυση) το τέλος ήταν κοντά, κι αυτό δεν ήταν αυταπάτη ούτε απλή φοβία. Οι μαύρες σκέψεις άρχισαν να τον παρασέρνουν σ’ ένα τρελό ντελίριο κι ήταν σχεδόν σίγουρος πως η γνώριμή του κρίση πανικού, του χτυπούσε την πόρτα.
Αυτό όμως που πραγματικά χτυπούσε και ο Νόρμαν δεν μπορούσε προσωρινά να δει, ήταν τα παπούτσια Του στο πάτωμα. Δεν τα έσερνε όπως έκανε συνήθως Εκείνος. Τα χτυπούσε, που σήμαινε με απλά λόγια πως όχι απλώς βιαζόταν αλλά πως ήταν και αποφασισμένος. Αποφασισμένος για όλα.
Προσπάθησε. Η αλήθεια να λέγεται. Προσπάθησε πραγματικά.
Δοκίμασε να κρυφτεί στα άπειρα σκεπάσματα που είχε γύρω του. Τίποτα. Ξεχώριζε σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα. Δοκίμασε να σηκωθεί, να φύγει από όποια έξοδο έβρισκε πρώτη, αλλά γρήγορα θυμήθηκε πως και δεν μπορούσε να σηκωθεί και η μόνη έξοδος ήταν αυτή από την οποία ερχόταν Εκείνος. Δοκίμασε ακόμα και να μεταλλαχτεί. Το είχε δει σε κάτι ταινίες -χωρίς να ξέρει πως είναι επιστημονικής φαντασίας- αλλά φυσικά δεν κατάφερε τίποτα. Ήταν ο ίδιος ο Νόρμαν αυτοπροσώπως και αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει με καμία δύναμη πάνω στη Γη. Δοκίμασε ακόμα και να βάλει μόνος του τέρμα στη ζωή του για να μη βιώσει το φριχτό μαρτύριο ενός αργού θανάτου, αλλά χωρίς χέρια αυτό ήταν μάλλον ανέφικτο...
Εκείνος μπήκε φουριόζος στην κουζίνα. Ήπιε βιαστικά μια χούφτα φάρμακα μ΄ένα ποτήρι κρύο νερό κι έριξε μια διερευνητική ματιά τριγύρω. Ο Νόρμαν κουλουριάστηκε. Το ψυγείο άνοιξε κι έκλεισε σχεδόν ταυτόχρονα. Τίποτα εκεί. Το ίδιο και το ντουλάπι δίπλα από την καφετιέρα. Η καρδιά του Νόρμαν κόντευε να σπάσει, και σχεδόν το κατάφερε όταν άκουσε εκείνο το άθλιο και απόκοσμο:
“Αχά!!!”
Το χέρι Του απλώθηκε λαίμαργα και σχεδόν έκρυψε τον ήλιο από τα μάτια του μοναχικού μας φίλου. Αμέσως μετά τυλίχτηκε γύρω του και με μια κίνηση τον σήκωσε ψηλά στον αέρα. Ο Νόρμαν έκλεισε σφιχτά τα μάτια, κι η τελευταία του σκέψη στη σύντομη αυτή ζωή του ήταν να είναι όμορφα και γαλήνια εκεί που θα πάει. Όπως εδώ. Σαν παράδεισος. Όλα κατάλευκα, απαλά, γαλήνια, σχεδόν ζαχαρένια. Σχεδόν Παράδεισος...
Με μια γρήγορη και απρόσκοπτη κίνηση του χεριού Του, ο μοναχικός Νόρμαν κατέληξε στο στόμα και πολύ σύντομα στο στομάχι Του. Εκεί, διαλυόμενος στα εξ ων συνετέθη, δεν πρόλαβε καν να βρει το χρόνο να σκεφτεί αν η ελπίδα του θα έβγαινε αληθινή. Σχεδόν αστραπιαία είχε γίνει ένα με όλους τους άλλους εκεί.
Μια άμορφη πλέον μάζα από αλεύρι, βούτυρο, αμυγδαλόψυχα, ζάχαρη, κονιάκ, συμιγδάλι και ξύσμα πορτοκαλιού.
Ένα θλιβερό συνονθύλευμα από κουραμπιέδες και μελομακάρονα.
Σ’ ένα υγρό και σκοτεινό νεκροταφείο
για την οικογένεια και τους φίλους του...
.
Labels: 2009, concepts, desperation, do-it-yourself splatter, fiction, gourmet
Στάθηκα τυχερός.
Έχω ταξιδέψει σε όλες τις μουσικές με όλους τους τρόπους.
Περπάτησα μέρες και νύχτες πάνω σε κλαβιέ πιάνων,
τρύπωσα μέσα στη μπότα μιας φάλτσας ντραμς,
έμεινα μετέωρος πάνω από ένα φαγκότο κι ένα όμποε,
έγδαρα τα χέρια μου στις πιο λεπτές στριγκλιές ενός βιολιού,
ηλεκτροσόκ με αναστήσανε από χιλιάδες ηλεκτρικές κιθάρες,
και σε μια γκρανκάσα μέσα με ξαναθάψανε.
Ένα βράδυ βράχνιασα παρέα μ’ ένα τσέλο,
κολύμπησα με μια φλογέρα-σχεδία τον Σηκουάνα,
κι άλλοτε κάπνιζα φτηνά πούρα που με κέρναγε ένα κοντραμπάσο.
Ένας τυφλός μ’ ακορντεόν έγινε ο καλύτερός μου φίλος για ένα βράδυ,
μια γκάιντα παλιά έστελνε νότες μαχαίρια στα γυμνά μου μπράτσα,
βινύλια απέθαντα με στοιχειώσανε για πάντα,
και πνίγηκα ευτυχισμένος μεσ’ τους καπνούς μιας ξεκούρδιστης μπάντας.
Τώρα ξεκουράζομαι στα πιο μαύρα πλήκτρα ενός πιάνου.
Bösendorfer.
Bösendorfer 290.
Το ήξερες ότι είναι το μόνο πιάνο στον κόσμο,
με 9 μπάσα πλήκτρα περισσότερα;
Όλα μαύρα.
Έτσι κι εγώ.
Ακόμα και μέσα στην πιο αδυσώπητη πραγματικότητά μου,
θέλω κάτι ξεχωριστό για να κρυφτώ.
Είμαι μια τρύπα.
Με ελικοειδείς σπείρες στα τοιχώματα σαν κάνη όπλου και βάθος απροσμέτρητο σαν σήραγγα που διαπερνά τις Άλπεις. Αν τολμήσεις να μπεις φρόντισε λίγο φως να έχεις μαζί σου, γιατί το σκοτάδι είναι πυκνό και διαβάτες παράτολμοι και άφρονες χάθηκαν στα βάθη μου. Φρόντισε να πάρεις και σχοινιά, να σκαρφαλώσεις πάλι αν δεν σ’ αρέσει, προς την επιφάνεια, αφού ξεφορτωθείς όλα σου τα βάρη για να ελαφρύνεις. Μην ανησυχείς, θα τα καταπιώ εγώ και θα τα χωνέψω, συνήθισα πια.
Είμαι μια τρύπα που δεν οδηγεί πουθενά, άγνωστος ο λόγος που υπάρχω, παρ’ εκτός για να πέφτουν μέσα μου της στέπας τα αγρίμια και να σκοτώνονται, μια σκοτεινή άβυσσος για να φοβούνται τα παιδάκια όταν με δείχνουν με το δάχτυλό τους οι μεγάλοι, ένα πρόσκαιρο καταφύγιο για τις στρουθοκαμήλους.
Χάσκω έτσι άπρακτη, αιώνες τώρα, μόνο που μετακινούμαι που και που γιατί με αναγνωρίζουν και με σημαδεύουν με σημαιάκια μπας και γλιτώσουν οι επόμενοι. Κι όταν κάποιος κάθεται σκεπτικός από πάνω μου κάνοντας τους απολογισμούς του, του χαμογελώ φιλήδονα, όχι από πονηριά, μα επειδή γι αυτό φτιάχτηκα, και προσπαθώ να τον πείσω πως είμαι μια φιλόξενη αγκαλιά. Τους κουτούς τους καταφέρνω. Κι εκείνοι ρίχνονται τυφλά.
Είμαι το αχανές στόμιο ενός πηγαδιού παράξενου, που είχε μια εποχή νερό, καθαρό, να ξεδιψάνε οι καμηλιέρηδες ή να καθρεφτίζονται οι γυναίκες που δεν είχανε κοντά τους ποτάμι να πλυθούνε, και να χτενίζουνε τα μακριά μαλλιά τους. Τώρα είμαι απλώς μια στεγνή τρύπα, αχόρταγη, γεμάτη βρύα, και μυρωδιά μούχλας αναδύω ολόγυρα.
Κάποτε είχα χιλιάδες νομίσματα στο βυθό μου.
.
Labels: brain-fuck, concepts, fiction, official statements
Ακούπησαν το φέρετρο κάτω. Παραήταν βαρύ για τρία άτομα.
“Που είναι ο μαλάκας ο Ντάνυ;” ρώτησε ο χοντρός Έντυ, μάλλον τον εαυτό του, καθώς οι άλλοι δύο τον είχαν χεσμένο πανηγυρικά.
------------------------------------------------------------------
Την προηγούμενη μέρα, ό,τι μπορούσε να πάει στραβά είχε πάει. Οι τέσσερεις ηλίθιοι μπήκαν στο σπίτι της γιαγιάς του Ντάνυ όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Κανείς από τα γειτονικά σπίτια δεν τους πήρε χαμπάρι. Αφού άδειασαν κάθε συρτάρι και ντουλάπι του σπιτιού χωρίς να βρουν το παραμικρό ίχνος χρημάτων, τσακώθηκαν αρχικά μεταξύ τους, μετά οι υπόλοιποι με τον Ντάνυ, και τέλος όλοι μαζί με τον γερο-Φλάναγκαν που ήρθε να παραπονεθεί για τον θόρυβο. Ο άτυχος ηλικιωμένος έπεσε ηρωικά στη μάχη, αφήνοντας για ενθύμιο στους οικείους του τη μούρη του στραπατσαρισμένη από ένα τηγάνι.
“Που είναι τα φράγκα ρε μαλακισμένε Ντάνυ;”
“Δε ξέρω. Αλλά είμαι σίγουρος πως η γριά τα φύλαγε εδώ μέσα. Πάντα πίστευε πως οι τράπεζες την κλέβουν στους τόκους”.
“Γαμώ το μυαλό που κουβαλάς ρε ηλίθιε! Θα ξημερωθούμε ψάχνοντας!”
“Και πότε είπες πως θα γυρίσει από την Ίμπιζα;”
“Την άλλη εβδομάδα. Έχουμε χρόνο, μην αγχώνεστε...”
“Ναι ρε μαλάκα. Μήπως να καθαρίσουμε και το γκαράζ της, μιας και προλαβαίνουμε;”
“Σκάστε και ψάξτε! Και μη βγάλετε τα γάντια για κανέναν λόγο!”
------------------------------------------------------------------
Ο Όλυ και ο Γκάρυ, είχαν ιδρώσει τόσο που αν τους έστιβες έκανες μπάνιο άνετα, μαζί με το σκύλο σου. Η γριά πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον εκατόν ογδόντα κιλά, συν το κωλοφέρετρο...
“Θα τον σκίσω τον πούστη!” επανέλαβε για όγδοη τουλάχιστον φορά ο Έντυ.
“Έντυ, σκάσε!” απάντησαν ταυτόχρονα οι δίδυμοι. “Του το χρωστάμε του φουκαρά. Η γριά δεν έφταιγε σε τίποτα”.
O χοντρός έφτυσε μια βρισιά, αλλά ο καυτός αέρας της ερήμου την έπνιξε γρήγορα, πριν προφτάσει να ακουμπήσει το αφιλόξενο χώμα της Νεβάδα.
------------------------------------------------------------------
Το κλειδί στην πόρτα δεν το άκουσε κανείς. Ο Ντάνυ ήταν απασχολημένος με το να ψάχνει στο υπόγειο, την ώρα που οι δίδυμοι μπεκρούλιαζαν απογοητευμένοι στο σαλόνι με κάτι ληγμένες μπύρες που βρήκαν στο ψυγείο. Η φιγούρα της θεόρατης γριάς τους έκοψε τη χολή και ο Γκάρυ δεν πρόλαβε να συγκρατήσει το μπουκάλι που του γλίστρησε από το χέρι. Ο κρότος του γυαλιού που έσπασε έκανε τον χοντρό Έντυ να γυρίσει απότομα από τον νεροχύτη που έπλενε τα χέρια του. Στη θέα της άρτι αφιχθείσας γριάς πάγωσε, και το καταραμένο σαπούνι που κρατούσε γλίστρησε στο καλογυαλισμένο μάρμαρο του δαπέδου, όσο χρειαζόταν για να φτάσει στην είσοδο που στεκόταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και να σταματήσει αθόρυβα ακριβώς δώδεκα εκατοστά από την αριστερή της παντόφλα.
------------------------------------------------------------------
“Σκάβε ρε μαλάκα”
“Δεν αντέχω άλλο... Έχω λιώσει...”
“Σκάβε να τελειώνουμε. Να τη θάψουμε πριν μας πάρει χαμπάρι κανείς”.
“Σαν ποιός δηλαδή; Ακόμα και τα τσακάλια βαριούνται να έρθουν εδώ”.
“Σκάβε”.
“Που είναι ο μαλάκας ο Ντάνυ;”
“Σκάσε Έντυ!”
“Σκάσε Έντυ!”
------------------------------------------------------------------
Η γριά ενστικτωδώς προσπάθησε να πλησιάσει το τηλέφωνο που ήταν ακουμπισμένο στο μικρό τραπεζάκι στο χωλ. Το σαπούνι έτυχε να είναι απλώς σε λάθος σημείο. Για εκείνην.
------------------------------------------------------------------
“Άμα δεν έρθει θα τον γαμήσω!”
“Βάλε ένα χεράκι, γιατί θα μας γαμήσουν ομαδικώς έτσι και μας δούνε, και άσε τη γκρίνια. Ο μικρός είναι σκασμένος. Θα τον καταλάβαινα ακόμα κι αν δεν ερχόταν καθόλου...”
“Δικιά του γιαγιά ήταν του πούστη!”
“Φακ! Ένα αυτοκίνητο!”
“Που;”
“Γαμώ τη γκαντεμιά μου! Προς τα ‘δω έρχεται!”
------------------------------------------------------------------
Εκατόν ογδόντα έξι κιλά λίπους, κρέατος, κιτς κοσμημάτων, ακόμα πιο κιτς ρούχων, και μακιγιάζ, έκαναν μια εξωφρενικά γελοία πιρουέτα πανω από το σαπούνι και ήταν έτοιμα να δημιουργήσουν το πιο αηδιαστικό “πλατς” που ακούστηκε ποτέ στον πλανήτη.
------------------------------------------------------------------
“Ρε μαλάκες! Αυτός δεν είναι... ο... ο... Ντάν...”
“Ντάνυ;;;”
“Ντάνυ;;;”
“Ρε μαλάκα;;;”
------------------------------------------------------------------
Η αηδία όμως προτίμησε να παραχωρήσει ευγενικά τη θέση της στη φρίκη. Η βαρετά άτυχη γριά, σημάδεψε με το κεφάλι της κατά την πτώση το πιο μεγάλο από τα κομμάτια του σπασμένου μουκαλιού της μπύρας του Γκάρυ. Το κομμάτι δεν πρόλαβε να κουνηθεί καν.
------------------------------------------------------------------
“Ντάνυ, που ήσουν;”
“Ντάνυ, γιατί δεν μιλάς;”
“Ντάνυ, γιατί... γιατί κρατάς... αυτήν την... καραμπίνα;;;”
------------------------------------------------------------------
Το γυαλί καρφώθηκε μεγαλοπρεπώς στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, και η πιο μυτερή γωνία του βγήκε από το αριστερό της μάτι, ο βολβός του οποίου κύλησε σαδιστικά κάτω από τον καναπέ.
Μια γλοιώδης ομελέτα από μυαλά, αίμα, λίπος και μπύρα σχημάτισε μια -απολύτως ταιριαστή με τη διακόσμηση- σιχαμερή λίμνη, μπροστά στα μισόκλειστα μάτια των τριών τους.
------------------------------------------------------------------
“Ντάνυ! Ντάνυ μην το κάν...”
{μπαμ – μπαμ}
“Ντάνυυυυ!”
{μπαμ – μπαμ}
“Ρε μαλάκ...”
{μπαμ – μπαμ – μπαμ – μπαμ}
...
...
Καργιόληδες...!
.
Labels: desperation, fiction, gourmet
- Λοιπόν...
Τώρα ο μπαμπάς θα σου πει ένα ωραίο παραμύθι.
Εντάξει κουκλίτσα μου;
- Αγκού... γλγλγλ...
- Λοιπόν...
Ε...
Ναι! Ήταν που λες μια φορά κι έναν καιρό η Χιονάτη και οι οκτώ Νάνοι και μια καργιόλα μάγισσα και ένας τρέντυ πρίγκηπας και... ε... και... ο... ο Σρεκ! Ναι. Αυτοί ήταν. Άντε καληνύχτα τώρα. [Σμουτς]
- Ουάαααα...!!!
- Τι; Δε σ’ άρεσε;
- Ουάαααα...!!!
- Καλά, καλά. Ηρέμησε. Ήταν λοιπόν όλοι αυτοί, και ζούσαν σ’ ένα κωλόσπιτο μέσα σ’ ένα δάσος οι οκτώ Νάνοι, και κόβανε ξύλα από το δάσος για να φτιάξουν ένα φράγμα και να παράγουν φτηνή ηλεκτρική ενέργεια, και να την πουλάνε μετά στη %#$=%&+*ΔΕΗ, και να μας την πουλάει μετά εμάς η ΔΕΗ με 800% καπέλο, και να πληρώνουμε κι ένα σκασμό Δημοτικά Τέλη, που ούτε έναν τενεκέ στη γωνία δεν έχουν βάλει οι παλιοπούστηδες για τα σκουπίδια, κι αυτή τη λάμπα στη γωνία έχει να την αλλάξει ο γαμωδήμαρχος από πριν εκλεγεί, και... και... τι λέγαμε; Α, ναι! Και μια μέρα είχε πάει να πάρει σερβιέτες αυτή η μαλάκω η Χιονάτη, και χάθηκε μέσα στο δάσος (μα καλά, ποιος τα γράφει αυτά τα παραμύθια; έχει σερβιέτες στο δάσος;) και τη βρήκανε οι Νάνοι, και της είπαν: «άκου να δεις μωρή, άμα θες να σε σπιτώσουμε, θα μας πλένεις, θα μας μαγειρεύεις, θα καθαρίζεις το σπίτι, θα φροντίζεις τον κήπο, κι άμα είμαστε και στα ντουζένια μας θα μας κάνεις και καμιά πίπα, νταξ;» και η βλαμμένη δέχτηκε γιατί δεν ήξερε τι σημαίνει «ντουζένια», κι άρχισε να τα κάνει όλα αυτά... και... ε, γκχμ... ζήσαν αυτοί καλ...
- Ουάαααα...!!!
- Ωρεπούστημου!
- Ουάαααα...!!!
- Γαμώ τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν!
Λοιπόν: Κι εκεί που ήσαντε μια μέρα που λες, ανάμεσα σε κάτι παρτούζες κι ένα παστίτσιο που έφτιαχνε η βλαμμένη, ψιλοπείνασε κι άρπαξε ένα μήλο και το χλαπάκιασε, αλλά το μήλο είχε κάτι φυτοφάρμακα, γιατί η καργιόλα η μάγισσα που λέγαμε παραπάνω, θυμάσαι; μπράβο, αυτή λοιπόν, ήτανε μεγάλη σκρόφα και ήξερε πως ο πρίγκηπας θα ερωτευόταν τη Χιονάτη κι όχι την κόρη της την... την... ε... την Σταχτοπούτα που ήταν κοντή, χοντρή, με καμπούρα, με σπυριά στη μούρη και μια κρεατοελιά σα σπαλομπριζόλα στο λαιμό της, κι αποφάσισε να σκοτώσει τη μαλάκω την ασπρουλιάρα και έβαλε τα δηλητήρια μέσα στο μήλο, που σίγουρα αυτό θα διάλεγε η άλλη η ηλίθια ανάμεσα σε όλα τα άλλα, και... ουφ! τέλος πάντων, το έφαγε και ψόφησε, και οι εννιά Νάνοι δεν πήρανε χαμπάρι μία, γιατί είχανε βρει την Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος και πηδιόσαντε όλοι μαζί, και τότε ήρθε αυτός ο φλώρος ο πρίγκηπας, και τη φίλησε και η μαλάκω ξύπνησε, κι έπαθε κι ένα εγκεφαλικό μόλις τον είδε, και πηδιόσαντε κι αυτοί, και η μάγισσα κόντεψε να πεθάνει από το κακό της γιατί κανείς δεν πηδιόσαντε μαζί της, και... και...
- Χρρρ... ζζζ...
- Κοιμήθηκε το κουκλί μου!
- [από το βάθος] Αγάπη μουουουου...
- Τι;
- Κοιμήθηκε η μικρή;
- Φυσικά μωρό μου! Της διάβασα ένα παραμύθι!
- Ωραία. Μπορείς να έρθεις λίγο που σε θέλω;
- Τι;
- Σκύψε λίγο βρε μωρό μου, να μη σηκώνομαι από τον καναπέ γιατί είμαι κουρασμένη...
- Ναι αγάπη μου. Τι θέλεις; Πες μου...
Μπαφ!*
*(έτσι και με ξαναβαρέσει μπροστά στο παιδί θα την απολύσω, σας το λέω...)
.
Το μεγάλο κιτρινοπράσινο ανθρωπόμορφο τέρας μούγκρισε και η γη σείστηκε κάτω από τα πόδια του. Φωτιές βγήκαν από τα βρωμερά του ρουθούνια και κατάκαψαν όλη τη βλάστηση τριγύρω. Μια βροντερή κλανιά συμπλήρωσε την ειδυλλιακή σκηνή.
Η πριγκίπισσα Αλίσια χέστηκε κυριολεκτικά από το φόβο της. Χέστηκε μάλιστα τόσο πολύ που το κατάλευκο μεταξωτό αέρινο φόρεμά της μετατράπηκε μεμιάς σε ένα σιχαμένο καφέ πατσαβούρι. Μια ενεξέλεγκτη μπόχα απλώθηκε στον αέρα.
Ο ευγενικός και θαρραλέος ιππότης Μπιμπιρλάνος μόλις είχε φτάσει στο σημείο, πάνω στο περήφανο άτι του, τον Παναή, (ο οποίος ήταν κρυφαδερφή αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να καλπάζει κανονικά στα κακοτράχαλα βουνά και να χέζει ασύστολα μέσα στις αλέες του κάστρου), όταν αντίκρισε το σιχαμένο τέρας να στρώνει το τραπέζι για να κατασπαράξει με την ησυχία του την πριγκίπισσα. Με μια απότομη κίνηση έβγαλε από τη θήκη του το αστραφτερό του σπαθί, με το οποίο είχε ξεκοιλιάσει δεκάδες δράκους και τέρατα και νεράιδες (κατά λάθος), και με άλλη μία απότομη κίνηση έπεσε από τον περήφανο Παναή, καθώς η πολυποίκιλτη πανοπλία του μάγκωσε κατά λάθος στα χαλινάρια του αλόγου την ώρα που εκείνος προσπαθούσε να εντυπωσιάσει την Αλίσια, με ένα διπλό τόλουπ ξεπεζέματος.
Ωϊμέ!
Συμφορά!
Ο καημένος ιππότης έπεσε τόσο άγαρμπα στο έδαφος που το αστραφτερό κλπ. σπαθί του έχοντας πρώτα σφηνωθεί στη σχισμή δύο μικρών βράχων, του χώθηκε τόσο βαθειά στον κώλο, που η σκωληκοειδίτιδα του βγήκε από τα αυτιά. Το άψυχο σώμα έγειρε απότομα και το κεφάλι του δίσμοιρου ευγενούς, τσακίστηκε στα προαναφερθέντα βράχια. Σύντομα ένα χυλός από λιωμένα μυαλά, πηχτά αίματα και κατακρεουργημένα εντόσθια σχημάτισε μια αηδιαστική λίμνη γύρω από τον Παναή, ο οποίος εμφανώς ενοχλημένος ρεύτηκε μεγαλόπρεπα, και αποχώρησε από τη σκηνή καπνίζοντας έναν μπάφο, που είχε στρίψει νωρίτερα στους βασιλικούς στάβλους.
Το δείλι βάφτηκε σκατί, και μια σαστισμάρα επικράτησε ανάμεσα στα μοναδικά ζωντανά πλάσματα της ιλαροτραγωδίας, ώσπου ξάφνου...
[τακ, τακ...]
- Αγάπη μου;
- Ναι;
- Τι κάνεις εκεί;
- Γράφω.
- Τι ακριβώς γράφεις γλυκέ μου;
- Ένα παραμυθάκι...
- Για ποιόν αγάπη μου;
- Ε, για ποιόν άλλον; Για την κόρη μου φυσικ...
Μπαφ!*
*(ουδέν σχόλιον...)
.
Labels: almost dreams, concepts, fiction, innovation, movies, presentation, video
Μέχρι να γεννήσουμε παιδί (μιας και δεν έχουμε τι να κάνουμε),
στο σπίτι γεννάμε ιδέες...
Εχθές το βράδυ εμένα μου ήρθε η κάτωθι:
- Αγάπη μου...
- Τι;
- Έχω μια ιδέα.
- Ωραία. Άμα βρεις κι άλλες τέσερεις κράτα τες να κάνουμε ομάδα μπάσκετ...
- Σοβαρά μιλάω.
- Κι εγώ σοβαρά βαριέμαι...
- Άκου τι σκέφτηκα: Κάθεσαι εσύ εδώ με τη μαμά σου, που είναι άνετα και δροσερά και ωραία και... ε... και... αυτά τέλος πάντων, και πάω εγώ να δω το μπάσκετ στο... ε... χμφ... στο... γήπεδο. Ε;
- Που θα πας λέει;
- Στο γήπεδο αγάπη μου. Έχω βαρεθεί τη ζωή μου εδώ μέσα, γαμώ την αναμονή μου!
- Και που είναι το γήπεδο ακριβώς;
- Στο Φάληρο.
- Κι εμείς που μένουμε είπαμε;
- Ε, στο... στην... στον Γέρακα...
- Δηλαδή σε άλλον νομό σχεδόν!
- Ε, τώρα... μην είσαι υπερβολική.
- Δεν είμαι υπερβολική. Έγκυος είμαι!
- Ναι αγάπη μου...
- Κι άμα μου σπάσουν τα νερά;
- Να, έχω συνεννοηθεί με τον Κώστα, τον αδερφό της γυναίκας του γείτονα ντε, εδώ δίπλα στην παραπάνω γωνία, που είναι ΠΑΟΚ και δεν ενδιαφέρεται για τα play-offs, να τον πάρεις τηλέφωνο και να έρθει να σε κουβαλήσει εκείνος στο μαιευτήριο, κι όταν τελειώσει ο αγών...
Μπαφ !*
*(η ψεύτρα! όταν με γνώρισε μου είπε ότι της αρέσουν οι αθλητικοί τύποι...)
.
Labels: desperation, fiction, humour, thoughts
- Τι είναι αυτό;
- Η μάνα μου!
- Και τι ήρθε να κάνει στο σπίτ...;
Μπαφ !*
*(όσο περνάει ο καιρός συνεννοούμαστε γρηγορότερα...)
.
Labels: desperation, fiction, heavy drugs, humour, unsatisfied
- Αγάπη μου...;
- Μμμ...
- Μίλησα με την μαία...
- Και;
- Ε, να... μου είπε πως πρέπει να κάνουμε σεξ...
- Μεθυσμένη θα ήταν!
- Έλα ρε μωρό μου, πρέπει...
- Το μόνο που πρέπει είναι να σταματήσεις τα ναρκωτικά. Άκου σεξ!
- Βρε αγάπη μου, είναι θέμα της εγκυμοσύνης. Θα βοηθήσει.
- Ποιόν; Τη μαία;
- Εμένα βρε άσχετε! Το σεξ τις τελευταίες μέρες βοηθάει να ανοίξει ο τράχηλ...
- ΞΕΧΝΑ ΤΟ!
- Μα αφού μου είπε.
- Να της πεις πως δεν έχουμε λεφτά να την πληρώσουμε. Θα δεις μετά αν θα σου ξαναπεί τέτοιες μαλακίες...
- Έλα βρε αγαπούλα μου... θα σου κάνω τρελλίτσες...
- Μα καλά... σε έχουν βαρέσει οι ορμόνες στον εγκέφαλο; Οι μόνες τρελλίτσες που μπορείς να κάνεις είναι να δεις πέντε επεισόδια του LOST στη σειρά!
- Αααααα.... {κλαψ} Δε μ’ αγαπάααααααας... άαααας...
- Ωρεπούστημου.
- Αααααα...
- Καλά σκάσε! Θα προσπαθήσω.
- Αγάπη μου! {...καρδούλες on the air...}
- (κι άμα μου κάνει κούκου εμένα να με φτύσεις...)
- Πάω μέσα. Θα έρθεις; {πετάρισμα βλεφάρων}
- Γκχμφφφ... να κάνω το τσιγάρο μου κι έρχομαι...
- Μωρό μου εσύ! Άντρα μου!
- Και που ‘σαι;
- Τι φως μου;
- Σβήσε και το φως, ε;
- Ναι αγάπη μου.
..........................................
{δέκα λεπτά αργότερα}
..........................................
- Ααααα!!! Μαμά μου!
- Τι έπαθες πάλι;
- Τι είναι αυτό;;;
- Βυζί...
- Και πως είναι έτσ...;
Μπαφ !*
*(αηδία έχει καταντήσει αυτό με τις σφαλιάρες...)
.
Labels: desperation, fiction, heavy drugs, humour, unsatisfied

- Τι είναι αυτό;
- Το πιάνο!
- ΠΟΙΟ πιάνο βρε άχρηστε;;;
- Τι ποιό πιάνο; ΤΟ πιάνο!
- Ρε χαζεμένε, τρελλάθηκες εντελώς; Δεν σου έφταναν όλα αυτά τα συνθεσάϊζερς που έχεις στο υπόγειο; Κουβάλησες και πιάνο εδώ μέσα;
- Δεν είναι για μένα αυτό.
- Και για ποιόν ακριβώς είναι;
- Για τη κόρη μου φυσικά!
- Μα... είσαι βλαμμένος;;;
- Γιατί; Εμένα η κόρη μου θα γίνει σπουδαία πιανίστρια! Μάλιστα!
Η Vanessa Mae δηλαδή τι παραπάνω έχει;
- Βιολί!
- Το ίδιο είναι.
- ΔΕΝ είναι το ίδιο. Εκείνη είναι τριάντα χρονών. Η κόρη σου είναι μείον ένα!
- Ε, και; Θα ξεκινήσει τα μαθήματα από τώρα και στα πέντε της θα δώσει το πρώτο της κονσέρτο με τη Φιλαρμονική της Βιέννης!
- Ναι, και στα δέκα της θα παντρευτεί τον Καβάκο...
- Ούτε που να το σκέφτεσαι! Έχεις δει το μουστάκι του;
- Εσύ έχεις δει τον τραπεζικό του λογαριασμό;
- Φακ!
- Και δεν μου λες ρε βλήμα;
- Τι αγάπη μου;
- Που ΑΚΡΙΒΩΣ θα τη βάλουμε την ντιβανοκασέλα;
- Ε, που αλλού στο δωμάτιό της!
- Είσαι με τα καλά σου μωρέ; Αφού δεν χωράει!
- Πως δεν χωράει; Να! Έχω κάνει ήδη χώρο.
- Ιιιιιιιι...!!!!
- Τι;
- ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΥΝΙΑ;;;
- Ωχ! Κούνια ήταν αυτ...;
Μπαφ !*
*(το κέρατό μου μέσα... όλο εγώ τις τρώω τις σφαλιάρες σ’ αυτό το σπίτι)
Labels: desperation, fiction, heavy drugs, humour, unsatisfied

- Τι είναι αυτό;
- “Αυτό” είναι τα εσώρουχα της κόρης σου!
- Τα ποιά;;;
- Κουφός είσαι; Τα εσώρουχα της κόρης σου.
- Μήπως είναι της γιαγιάς σου που τα ξέχασε στο σπίτι το 1956;
- Τι λες βρε άθλιε;
- Εγώ τι λέω μωρέ; Αυτά δεν θα τα φόραγε ούτε η Πάρις Χίλτον, στο πάρτυ του νηπιαγωγείου της...
- Γιατί; Τι έχουν δηλαδή;
- Κατ’ αρχάς είναι ΡΟΖ!!!
- Ε, φυσικά είναι ροζ! Κορίτσι θα γεννήσω, όχι τον Καραγκούνη!
- Κατά δεύτερον είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ!
- Μα... αφού πρέπει να χωράει και η πάνα μέσα...
- Κατά τρίτον και σημαντικότερον είναι ΑΝΤΙ-ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ!
- ...
- Εμένα η κόρη μου θα γίνει Θεά!!! Θα βγαίνει βόλτα στο δρόμο και θα κουτουλάνε στις κολώνες οι άντρες...!
- ΘΑ! ΘΑ γίνει Θεά! Μέχρι τότε εσύ μπορεί και να παίζεις τάβλι με τον Άγιο Πέτρο, γεροξεκούτη... Προς το παρόν είναι έμβρυο, και μεθαύριο θα είναι βρέφος. Τις έχεις ξανακούσει αυτές τις λέξεις;
- Δεν ξέρω τι μου λες. Εγώ άλλα είχα στο μυαλό μου, όταν μάθαμε ότι θα κάνουμε κορίτσι.
- Δηλαδή; Τι είχες;
- Να! Κάτι τέτοιο, πάνω κάτ...
Μπαφ !*
*(η προηγούμενη σφαλιάρα ήταν χάδι μπροστά σ’ αυτήν...)

.
Labels: desperation, fiction, heavy drugs, humour, unsatisfied















