Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων



* Να με συμπαθάτε κύριε Σελιτσάνε για τα ορθογραφικά.
Η συγκίνηση βλέπετε...




.




Όλα άρχισαν απ’ αυτήν την καταραμένη λατρεία για τον εαυτό μου –ή μάλλον, γιατί να κλείνω τα μάτια ακόμα και στο χείλος της καταστροφής;- όλα άρχισαν διότι μέσα στο ρολόι υπάρχει ένα δευτερόλεπτο ακατανόητο που θέλει κι εκείνο να επαληθευτεί, βρίσκει λοιπόν τον πρώτο ηλίθιο και του επιτίθεται κι επιπλέον περνούν τα χρόνια με ταχύτητα διαβολική. Πλην όμως αγαπόυσα πάντα τους συνανθρώπους μου και αυτό είναι μία από τις αρετές στις οποίες ανάλωσα τη ζωή μου –και φυσικά η λέξη ανάλωσα είναι πλημμελής διότι τον περισσότερο καιρό μου τον περνάω στους δρόμους ή στους δημόσιους κήπους- σ’ αυτό έγκειται η ιδιοφυΐα μου. Και παρ’ όλες τις απόψεις μου για την ελευθερία του ατόμου, για την οποία τόσα ωραία κεφάλια έπεσαν πάνω στο ικρίωμα, εγώ είχα μια συστηματική προτίμηση στο ωραίο.

Ενώ λοιπόν ήμουν από μια τίμια και αξιοπρεπή οικογένεια, δεν μου αρκούσε, ήθελα κι ένα καινούργιο σακάκι –ακούστε διαστροφή! Ο αγαπητός φίλος Ιουστίνος προσεφέρθη τότε να μου δώσει ένα δικό του παλιό –φυσικά σε αντάλλαγμα θα του ήμουν ευγνώμων για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τουλάχιστον μιας ζωής (ή και δύο αν ήταν περισσότερο απαιτητικός). Τι να ‘κανα; Δέχτηκα. Διότι και το να ‘σαι συνέχεια απελπισμένος προσβάλλεις το Θεό. Ή να φέρω ένα άλλο παράδειγμα. Ύστερα από χρόνια, λόγου χάρη, συναντάς κάποιον που σου αφάνισε τη ζωή: κάθεται σ’ ένα παγκάκι έρημος, γέρος, ένα ερείπιο. Σου έρχονται δάκρυα. Τον κοιτάζεις χωρίς μίσος, με απροσποίητη συμπόνια μάλιστα. «Πως μας ξεγέλασε και τους δυο η ζωή» σκέφτεσαι. Αλλά ας μην λοξοδρομούμε, μιλούσαμε για ένα σακάκι, κι εδώ έχω υποχρέωση να το φωνάξω πως ένα σακάκι είναι ένα ένδυμα εγκληματικό, όπως ακριβώς λέμε: ένα ένδυμα επίσημο –αποφάσισα λοιπόν να μην το δεχτώ. Όμως την ώρα που έλεγα «όχι, δεν θέλω» καθώς ήταν μισοσκόταδο, προσπάθησα με τα δάχτυλα, τάχα τυχαία, να το αγγίξω κάπως, να δω την αξία του υφάσματος και φυσικά τη φθορά, μπορεί να είμαι υπερήφανος αλλά θέλω να ξέρω τι χάνω, έτσι είμαι πλασμένος, δεν μπορώ να εθελοτυφλώ· -ίσως γι’ αυτό γίνομαι αντιπαθητικός.

Θυμάμαι μια μέρα στο λεωφορείο, απέναντί μου καθόταν μια γυναίκα μαραμένη, άσχημη, «τι θέλει και ζει;» αναρωτήθηκα εντελώς αυθόρμητα, τα πόδια της γυμνά –ήταν Ιούλιος- πανάθλια, απ’ αυτά τα πόδια που διηγούνται πάντοτε πράγματα θλιβερά ακόμα και το μεσημέρι, έκανα λοιπόν αυτές τις σκέψεις όταν η γυναίκα γύρισε και με κοίταξε με πόνο σαν να μου ΄λεγε «τι σας έφταιξα», είχε ακούσει τις σκέψεις μου κι αυτό συμβαίνει πάντα στους δυστυχισμένους, τα καταλαβαίνουν όλα αμέσως –από τότε όταν βλέπω κάτι το απελπιστικό φροντίζω να κάνω τις πιο ωραίες σκέψεις, λόγου χάρη, όταν τρώω στα βρώμικα οινομαγειρεία και βλέπω τον ατμό από τις κατσαρόλες τον παρομοιάζω με τον Χριστό που αναλήπτεται, και τότε τι σημασία να δώσεις στις μύγες που διεκδικούν το τραπέζι σου; αντίθετα τις παρακολουθείς με σεβασμό και τους αφήνεις στο πιάτο σου και το μικρό μερίδιό τους, ας φάνε κι αυτές, σκέφτεσαι, αφού δεν υπάρχει για κανέναν σωτηρία.

Ήταν Χριστούγεννα, θυμάμαι, μάλλον όχι, τέλος πάντων ήταν μια άγια μέρα που έπρεπε να τη σεβαστώ, αλλά εγώ τι έκανα; πήγα στο σπίτι μιας εξαδέρφης μου, και, ώ των μυστηρίων, ενώ εκείνη είχε πεθάνει το σπίτι ήταν ακόμα εκεί «η δεσποινίς Λουίζα πέθανε» λέω στο θυρωρό, «ναι, πέθανε» μου λέει, «αχ, του λέω θριαμβευτικά, βλέπεις πόσο οι άνθρωποι συμφωνούν κατά βάθος;» τον αγκάλιασα και τον φίλησα –κι ύστερα με κατηγορούν ότι δεν είμαι αρκετά σοβαρός, ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να αντρέψω όλες τις κατηγορίες- χαμηλώνεις το βλέμμα σου, άρα είσαι ένοχος, λένε, τι ένοχος, βρε τιποτένιοι, που εγώ κοιτάζω πάντα κάτω μήπως βρω κανένα πανηντάδραχμο, δηλαδή, γιατί όχι; είμαι τόσο πολυάσχολος ή τόσο τυφλός κι όποιος χτυπάει μια πόρτα χτύπους τελικά θα θερίσει, γέγραπται, γιατί, βέβαια, το βλέπετε, εγώ όλα τα ξέρω, όλα τα έζησα

μόνο ποτέ δεν είχα υποπτευθεί πόσο ατέλειωτη μπορεί να ΄ναι μια νύχτα...






Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Αφήγηση: Γιώργος Μιχαλακόπουλος
Μουσική: Γιώργος Τσαγκάρης
Τραγούδι: Β. Παπακωνσταντίνου



Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια , που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.



Pablo Neruda
(Μετάφραση από τα ιταλικά: Βασίλης Χατζηγιάννης)

My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy