- “Φιλαράκο...” ακούστηκε από χαμηλά.
- “Ώπα!”, κόντεψα να πέσω από τη σκάλα, “από που ξεφύτρωσες εσύ;”
- “Να πέρναγα, και είπα...”
- “Από που πέρναγες ρε μεγάλε;” τον αποπήρα. “Πέντε η ώρα τα χαράματα; Μας δουλεύεις;”
- “Όχι ρε φίλε, από δω πάω για τη δουλειά, κάθε μέρα περνάω”, αποκρίθηκε.
- “Σοβαρά; Και πως δεν σ’ έχω ξαναδεί;” το χαβά μου εγώ.
- “Μάλλον επειδή είσαι σκυμένος πίσω απο τον πάγκο συνέχεια, με τα χέρια στο κεφάλι”, έκανε να μου εξηγήσει ευγενικά. “Τόση απελπισία φιλαράκο έχω να δω απο την κατοχή...”
- “Άσε ρε φίλε, έχουμε μεγάλο πρόβλημα, δεν πατάει πελάτης, λέμε. Ο τελευταίος μπήκε μέσα όταν ήμουνα παιδί”, η απελπισία με ξαναπλησίασε ...απελπιστικά.
- “Σε νιώθω”, μου είπε, “αλλά τι κάνεις εκεί;”
- “Τι να κάνω ρε φίλε; Βάζω λίγο χρώμα. Μπας και αναθαρρήσει λίγο ο κοσμάκης.”
- “Λες να πιάσει;”
- “Τι να σου πω;” βάλθηκα να του εξηγήσω. “Τόσο καιρό γκριζίλα και κλαψομουνιά, δεν είδαμε άσπρη μέρα. Ποιά κρίση και παπάρια; Εδώ τζάμπα πράμα δίνουμε και πάλι μειώνονται οι πελάτες! Ε, είπα να κάνω μια ανακαίνιση μπας και πιάσει, γιατί στις εκπτώσεις δεν είμαι καλός έτσι κι αλλιώς...”
- “Θες βοήθεια;” με ρώτησε με τάχαμου ειλικρινές ενδιαφέρον.
- “Όχι μωρέ, τελειώνω. Να πέντε γραμμές μου μείνανε κι έτοιμη η μαρκίζα.”
- “Τι να σου πω ρε μάγκα; Καλή επιτυχία.” είπε απλά.
- “Ευχαριστώ συνάδερφε”, απάντησα.
- “Μα... μα... πως... που το ήξερες ότι είμαι... συνάδερφος;”
- “Έλα ρε παλληκάρι, με δουλεύεις; Τέτοια ώρα δεν υπάρχει περαστικός ούτε για δείγμα. Μόνο ανταγωνιστές που ψάχνουν για τζάμπα ιδέες.”
- “Μα... εγώ...”
- “Ναι, ναι. Εσύ, εγώ, όλοι. Βόλτα στην ιχθυόσκαλα χωρίς πορτοφόλι... Κορόιδα ψάχνεις; Τη λευκή σελίδα έχεις στη τσέπη, και μόλις στρίψεις τη γωνία θα βγάλεις το στυλό.” αποφάνθηκα ο μέγας!
- “Ε... συγγνώμη.. δεν ήθελα να...”
- “Δεν πειράζει ρε κούκλε. Καλή καρδιά. Στο κάτω κάτω αν αποτύχω κι εγώ στο βάψιμο θα πάρεις κι εσύ τ’ αρχίδια μου, οπότε;”
- “Οπότε;”
- “Συνάδερφοι και στα σκατά. Άσε σου λέω... παλιά πουτάνα... πως το κρατήσαμε τόσο καιρό το μαγαζί νομίζεις;”
.
.
.
.
.
.
.
Labels: concepts, desperation, innovation, official statements, thoughts
- “Ψιτ! Φίλε...” σχεδόν έφτυσε τις λέξεις.
- “Τι;” του ανταπέδωσα.
- “Έχεις ώρα;” μούγκρισε.
- “Ναι. Δώδεκα και τέταρτο.”
- “Όχι ρε μεγάλε. Δεν εννοώ αυτό. Έχεις ώρα που είσαι εδώ;” διευκρίνησε με ευγένεια ξεπεσμένου βαρώνου.
- “Κάμποση”, απάντησα μονολεκτικά μπας και γλίτωνα τη συζήτηση.
- “Και;” τζίφος η προσπάθεια.
- “Και τι;” ακάθεκτος εγώ.
- “Έχεις πιάσει τίποτα;”
Μου ‘ρθε να του δείξω τι θα έπιανα σε λίγο αλλά συγκρατήθηκα.
- “Κάτι ψιλά, μη φανταστείς... τίποτα σπουδαίο.”
- “Χμ...” είπε το τέρας ευφυΐας
- “Κι εσύ;” τα ‘θελε ο κώλος μου.
- “Εγώ ήρθα πριν από λίγο”, λες και δεν τον είχα δει τον πούστη, “αλλά κάτι τσιπούρες, κάτι λαυράκια, κανα δυο σαρδέλλες, μια σαμπρέλα και δυο παπούτσια (ανόμοια) τα έχω πιάσει”, κάγχασε ο γύφτουλας. “Δεν έχω παράπονο.” Εγώ είχα όμως!
- “Έλα ρε!” έπεσα στο επίπεδό του μεμιάς
- “Ναι ντε σου λέω. Έλα να δεις”. Πήγα.
- “Όντως... Μπράβο ρε μεγάλε...”
- “Βρασίδας!” θριαμβολόγησε λες και το είχε διαλέξει μόνος του το γκουρμέ το όνομα.
- “Μπράβο ρε Βρασίδα”, έκανα. “Καλή ψαριά μου φαίνεται.”
- “Σκατά στα μούτρα μου είναι”, με αποπήρε. “Γι αυτά ήρθα εδώ στην ερημιά νομίζεις;”
- “Τι εννοείς;” έκανα πως δεν καταλαβαίνω. “Για ποιά ήρθες;”
- “Ρε παλληκάρι με δουλεύεις;” μου ‘ρθε να του χώσω γονατιά στα δόντια. “Εγώ ψαρεύω από φάλαινες και πάνω! Usually”. Πάρε και το λατινικό στη μάπα!
- “Σώπα...” έκανα φανερά εντυπωσιασμένος σε βαθμό ξερατού.
- “Ναι ντε! Ο Βρασίδας τσιπούρες;” αλλίμονο, αίσχος! “Εγώ γεννήθηκα για μεγάλα πράγματα αγορίνα μου”, ο βαθμός οικειότητας αρχίζει να γίνεται επικίνδυνος.
- “Δηλαδή;” ο κώλος μου κόντεψε να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ φαγούρας.
- “Τι δηλαδή μωρέ; Αφού σου είπα. Φάλαινες, ξιφίες, καλχαρίες, θαλάσσιους ελέφαντες, πιράνχα (σ.σ. ενικός), ανακόντα, τέτοια. Ξέρεις μωρέ...”
- “Ε, ναι!” μαλάκας ήμουνα να του πάω κόντρα; “Και... τι δόλωμα βάζεις ρε φιλαράκο αν επιτρέπεται;”
- “Φσσττ! Δικό μου μεγάλε. Ιδιοκατασκευή!” ξεστόμισε τη τρελλή τη λεξάρα ο σακάτης.
- “Δηλαδή τι ακριβώς; Αν επιτρέπεται βέβαια.”
- “Θα σου πω. Φαίνεσαι καλό τυπάκι και δεν σε φοβάμαι”, είπε ο ελεήμων μεγαλοδύναμος. “Σκορδοστούπι με μυτζήθρα και κάλτσες.” Παύση.
- “Έλα μου;” προσποιήθηκα πως δεν άκουσα.
- “Σκορδοστούπι με μυτζήθρα και κάλτσες! Ψάρωσες;” Πολύ ταιριαστό ρήμα για την περίσταση.
- “Ε, μα...”
- “Άσε, σου λέω, γαμεί!” η έπαρσή του έκανε ακροβατικά στα ουράνια.
- “Ναι, ε;”
- “Ρε σου λέω το μυρίζουνε τα ζα και λιποθυμάνε στα τριάντα μέτρα.”
- “Λογικό.”
- “Ε, το πλάθω κανα δυο βδομάδες πιο πριν, το αφήνω στην υπόγα να μουχλιάσει και να πάρει άρωμα και χρώμα, κι έρχομαι εδώ και το πετάω μέσα.”
- “Θεέ μου! Τι πίνουμε;” σκέφτηκα, δεν είπα.
- “Το λοιπόν, αναμοχλεύεται (!) ο βυθός απο τα ρεύματα και σέκος οι ψαρούκλες από τη μπόχα. Πετάω τη πετονιά, κι ότι τύχει να ψοφάει εκείνη την ώρα το μαζεύω. Μαγικό, έτσι;”
- “Ρε Βρασίδα, τι να σου πω;” ορίτζιναλ απορία ήταν αυτό. “Είσαι κορυφαίος!”
- “Τσσς! Και ο πρώτος μάγκας!” κοκκορεύτηκε. “Αλλά σήμερα δεν λέει. Όλο σαβούρα μαζεύω. Σκατά. Αλλά δε γαμιέται, η ώρα να περνάει...”
- “Ε, βέβαια”, νόμιζα πως θα ήταν η τελευταία μου λέξη πριν λιποθυμίσω από αηδία.
- “Κι εσύ;” Άντε πάλι...
- “Εγώ Βρασίδα μου... άσε καλύτερα... τι να σου λέω;”
- “Πες ρε μεγάλε. Έχουν ακούσει εμένα τα αυτιά μου ιστορίες... Ουου...” έριξα μια κλεφτή στο μέγεθος των αυτιών του και διαπίστωσα πως μάλλον έλεγε αλήθεια.
- “Να... Ξέρεις... Εγώ ψαρεύω... πως να στο πω...;”
- “Μίλα ρε! Άντρες είμαστε. Μη ντρέπεσαι.” Το βδελυρό του χέρι με ακούμπησε στον ώμο, κι ένα κύμα σιχαμάρας με διαπέρασε.
- “Εγώ... εγώ ψαρεύω αναγνώστες. Ξέρεις, ε;”
- “...”
- “Τι;”
- “Αναγνώστες;;;” μια έκφραση μαϊμούς σε πείραμα για φάρμακο δυσκοιλιότητας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
- “Ναι ρε Βρασίδα, αναγνώστες. Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Ε Σ.” έκανα spelling μπας και πάρει χαμπάρι.
- “Τι αναγνώστες δηλαδή;”
- “Απ’ τους κανονικούς, απ’ αυτούς που διαβάζουν. Εφημερίδες, βιβλία, μπλογκς, κείμενα... που διαβάζουν ρε φίλε, πως να στο πω;”
- “Γκχχχ... φφ...” ο Βρασίδας κόντευε να πάθει παροξυσμό αποριών.
- “Τέτοιους. Κατάλαβες;”
- “Και τρώγονται αυτοί δηλαδή;” σκέφτηκε φωναχτά το ζώον.
- “Γιατί ρε Βρασίδα;” άρχισα να τα παίρνω ελαφρώς. “Τα πιράνχα(ς) και τα ανακόντα(ς) που ψαρεύεις εσύ τρώγονται;”
- “Ε, τι να σου ρε φιλάρα; Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα” αποφάνθηκε ο μέγας θυμόσοφος.
- “Α, γειά σου.”
- “Και τι δόλωμα βάζεις αν επιτρέπεται ρε παλληκάρι;”
- “Διάφορα”. Άρχισα να παίρνω θάρρος. “Λέξεις, φράσεις, ήχους, εικόνες, δύσκολα νοήματα, απορίες, τέτοια... Άμα μου περισσεύουν τίποτε φράγκα βάζω και κανένα βίντεο, κανένα τραγούδι. Βέβαια πάντα τα πασπαλίζω και με λίγο χιούμορ, μην μας πάρουνε χαμπάρι και από το υπουργείο και μας αφαιρέσουνε την άδεια”. Ήμουν στο στοιχείο μου πλέον. “Που και που”, του ψυθίρισα, “άμα πέφτει αναδουλειά, τους πετάω και καμιά γάμπα, μπας και τσιμπήσουνε, κανένα βυζί, ξέρεις...”
- “Ναι... ναι... ξέρω. Πως δεν ξέρω...”
- “Κατάλαβες;” Ρώτησα με ύφος οχτακοσίων καρδιναλλίων (Φεβρουάριος= εκπτώσεις)
- “Και δε μου λες ρε μάγκα”, είπε με αληθινή και άδολη απορία.
- “Τι;”
- “Τσιμπάει;”
- ...

Φωτό άνω: ο Βρασίδας
Φωτό κάτω: Εγώ (σε νεαρή ηλικία)
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Labels: brain-fuck, concepts, fatal questions, gourmet, heavy drugs, journeys
- “Κι εσείς φίλε μου; Είστε καιρό εδώ;”
- “Ε;” γύρισα απότομα πίσω μου
- “Λέω: Είστε καιρό εδώ;” είπε κάπως φωναχτά αυτή τη φορά, τόσο που γυρίσανε τουλάχιστον καμιά δεκαριά κεφάλια προς το μέρος μας.
- “Που εδώ; Τι εννοείτε;” απάντησα σαστισμένος.
- “Εδώ. Στη σειρά! Που αλλού;” με κοίταξε σαν να επρόκειτο για την πιο φυσιολογική ερώτηση του κόσμου.
- “Τι να σας πω; Καμιά ντουζίνα μήνες σίγουρα.” Το αριστερό μου φρύδι σηκώθηκε αυτοβούλως και τον κοίταξε ελαφρώς υποτιμητικά μαζί με το αντίστοιχο μάτι. Ήταν σαφώς ρακένδυτος σαν κι εμένα, μόνο που πρέπει να μου έριχνε τουλάχιστον 600 χρόνια στο κεφάλι για πλάκα.
- “Και πόσοι είναι ακόμα μπροστά σας; Πριν από σας;” ρώτησε προσπαθώντας να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών του και να κοιτάξει στο βάθος. “Δεν με βοηθά η όρασή μου πλέον”, έκανε και μου ‘δειξε τα παλιά κοκκάλινα γυαλιά του λες και δεν τα ‘βλεπα από μόνος μου.
- “Χμ...” γύρισα μπροστά και κοίταξα την ατέλειωτη ουρά που εκτεινόταν για τουλάχιστον ένα ναυτικό μίλι, μέχρι να καταλήξει σε ένα βρώμικο γκισέ, πάνω από το οποίο κρεμόταν σαν λαιμητόμος η γλοιώδης ταμπέλα «Εξυπηρέτηση Κοινού». Υπολόγισα πρόχειρα: “Πρέπει να είναι τουλάχιστον εκατόν είκοσι χιλιάδες άτομα. Πάνω-κάτω.”
- “Χα! Το φαντάστηκα!” φώναξε, και: “Ούτε το συσσίτιο δεν θα προλάβουμε...” μονολόγησε.
- “Μα... το συσσίτιο είναι σε... δυο ώρες,” απόρησα.
- “Ε, και τι; Λέτε να έχουμε τελειώσει;” με ρώτησε την ώρα που λίγα σάλια από το στόμα του μου λέρωναν τα διαλυμένα μου παπούτσια.
- “Μα είστε τρελλός; Εδώ σας λέω πως εκατ...”
- “Που το ξέρατε;” με διέκοψε απότομα.
- “Ποιό;”
- “Πως είμαι τρελλός;”
- “Μα... εγώ...” δεν ήξερα τι να του πω.
- “Έχετε χάρισμα νεαρέ μου! Είναι εμφανές! Ε, ναι λοιπόν, τρελλός είμαι! Δηλαδή... ήμουν. Ξέρετε... πριν... πριν από... πριν μείνω άνεργος. Ήμουν εξαίρετος τρελλός! Δούλευα σε μια καταπληκτική υπηρεσία, σαν αυτήν εδώ. Είχα πάρει μάλιστα και δύο προαγωγές. Όταν με απέλυσαν έφυγα με τον βαθμό του Παράφρονα. Ναι.” άναψε μια γόπα που ανακάλυψε στην τσέπη του. “Κι εσείς;”
- “Τι εγώ;”
- “Τι επαγγέλεσθε;”
- “Προφανώς τίποτα άνθρωπέ μου! Στο Ταμείο Ανεργίας είμαστε!” θύμωσα εντελώς αδικαιολόγητα βέβαια.
- “Ω, μπαρδόν. Δεν ήθελα να σας θίξω,” κατέβασε το βλέμμα του. “Εννοούσα πριν από... πριν σας... απολύσουν,” είπε πιο χαμηλόφωνα αυτή τη φορά λες και όλοι οι υπόλοιποι ήταν εκεί για άλλο λόγο κι εμείς κρυβόμασταν.
- “Σας ζητώ συγγνώμη,” ψέλισσα κι εγώ ντροπιασμένος. “Δεν ξέρω γιατί ύψωσα τη φωνή μου... η κατάσταση βλέπετε... πολλή πίεση... δεν... δεν...” μουρμούριζα όταν: “Ειρηνοποιός! Ναι. Διπλωματούχος ειρηνοποιός! Αυτό ήμουν!” Τον κοίταξα ντροπαλά.
- “Ειρηνοποιός;”
- “Ναι...”
- “Μα αυτό είναι σπουδαίο!” χαμογέλασε.
- “Χμ...” μου μετέδωσε το χαμόγελο. “Ήμουν ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ, ξέρετε.”
- “Αλήθεια;”
- “Ναι. Ήμουν σε μια εξαιρετικά σημαντική αποστολή, στα σύνορα, ανάμεσα στην φαντασία και την πραγματικότητα, εκεί στη Ζώνη του Λυκόφωτος που λένε και στις ειδήσεις, δύκολη κατάσταση... ανηλεής πόλεμος εδώ και δεκαετίες βλέπετε...” ήμουν σχεδόν περήφανος καθώς μιλούσα. “Αλλά μετά... ξεκίνησαν οι περικοπές, αφήστε... χαμός. Δεν έμεινε υπηρεσία για υπηρεσία. Η δικιά μου αποστολή θεωρήθηκε μεγάλη πολυτέλεια, και να... είμαι εδώ τώρα...” το βλέμμα μου είχε συννεφιάσει πλέον.
- “Μη στενοχωριέστε,” μου είπε σιγανά. “Θα φτιάξουν τα πράγματα. Ακούτε με εμένα τι σας λέω. Έχω πείρα...”
Τον κοίταξα στα μάτια σχεδόν ικετευτικά.
Ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο μου,
κι ένιωσα τόση ζέστη που τον άφησα εκεί να με κρατάει όρθιο
για τουλάχιστον άλλα δέκα χρόνια.
Αν θυμάμαι καλά πλέον...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Labels: almost dreams, desperation, journeys, thoughts
- "Κι εσείς αγαπητέ μου, πόσον ακριβώς καιρό είστε νεκρός αν επιτρέπετε", με ρώτησε ευγενέστατα αυτός ο ασπρομάλλης κύριος που είχε θρονιαστεί δίπλα μου κι επέμενε να μου πιάσει κουβέντα.
- "Ε, θα ‘χω δε θα ‘χω 250 χρόνια", αποκρίθηκα ελαφρώς ντροπαλά.
- "Α, ήρθατε πρόσφατα!" φάνηκε να με ειρωνεύεται παρόλο που δεν ήταν αυτό ή πρόθεσή του. "Και πως είναι ο κόσμος εκεί κάτω τώρα;"
- "Ε, ξέρετε. Τα ίδια χάλια ήταν πάντα". Τα χειρότερα κλισέ μου έρχονται στις πιο σημαντικές στιγμές. Μέγας γκαντέμης ως συζητητής.
- "Χμμμ..." απογοητεύτηκε.
- "Δηλαδή, μη φανταστείτε τίποτα εντυπωσιακό", πήρα θάρρος. "Πέντε-έξι πόλεμοι απο ‘δω, κάτι τυφώνες από ‘κει, ασθένειες χωρίς εμβόλια στην Αφρική, ξέρετε τώρα, που και που κανένας σεισμός, τίποτα συνταρακτικό, ίσα να συμπληρώνονται οι θέσεις εδώ πέρα."
- "Α, ναι. Ειδικά αυτό," χαμογέλασε.
- "Κι εσείς;"
- "Εγώ, τι;" απόρησε.
- "Πως τα περνάτε εδώ τόσους αιώνες;"
- "Ω, συναρπαστικά φυσικά!" είπε με πομπώδες ύφος. "Δεν μας αφήνουν να πλήξουμε ποτέ!"
- "Ε, βέβαια, για μια υστεροφημία ζούμε όλοι... μπαρδόν... πεθάναμε όλοι," διόρθωσα βιαστικά.
- "Ξέρετε νεαρέ, όταν κοντεύει κανείς τα δυόμιση χιλιάδες χρόνια εδώ, κάθε «γεγονός του αιώνα» του φαίνεται σαν να ξύπνησε ξαφνικά μέσα σε μια λίμνη σοκολάτας, ενώ το προηγούμενο βράδυ είχε πέσει για ύπνο σε μια έρημο μασουλώντας τσουκνίδες..." άφησε επίτηδες μια σιωπή να πλανηθεί ακυβέρνητη στον αέρα. "Τι τα ψάχνετε;"
- "Να..." ψέλλισα, "είναι που... πως να σας το πω;"
- "Όταν μάθετε πως να μου το πείτε, ελάτε να με ρωτήσετε. Εδώ θα είμαι, δεν έχω να πάω πουθενά," δήλωσε σίγουρος για κάτι που εγώ πάντα το ονόμαζα μεγάλη αγωνία.
- "Ω, μα... ναι, βέβαια, θα έρθω..."
- "Και τώρα θα μου επιτρέψετε, ε; Νιώθω λίγο κουρασμένος."
Σηκώθηκε αργά, φόρεσε το καπέλο του, και με χαιρέτησε ευγενικά με ένα νεύμα. Απομακρύνθηκε μέχρι που χάθηκε στον ορίζοντα.
Κι έμεινα να αναρωτιέμαι που με 'στειλαν πάλι αυτήν τη φορά,
στην Κόλαση ή στον Παράδεισο...
.
.
.
.
.
.
Labels: almost dreams, concepts, fatal questions, journeys, thoughts
Μια άλλη φορά
ήμουν στο Τουρκμενιστάν.
Σε μια μεγάλη, βαθιά σιωπηλή έρημο.
Το χώμα εκεί ξερνούσε αλάτι κι οι νεκροί της περπατούσαν μόνο τα βράδια για να μην τρομάζουν το πρωί τις σαύρες, κι έτσι δεν έδειξαν ποτέ ούτε ένα μονοπάτι για να φτιαχτούν οι χάρτες των αιώνων.
Μόνο αργά το μεσημέρι αν ακουμπούσες το αυτί σου στο καυτό χώμα, άκουγες τους ψιθύρους των κάκτων, αγκομαχούσαν οι έρμοι να αφήσουν ένα στίγμα για τους νομάδες ποιητές, που χάνονταν χωρίς πυξίδες και ψάχνανε το θεό τους κάτω απ΄τις πέτρες. Στις σκιές τους.
Σ’ αυτήν την έρημο δεν βρέθηκα.
Δεν πήγα εκεί ποτέ, μήτε μ’ έστειλαν να ψάξω τίποτα.
Στην έρημο του Kara Kum γεννήθηκα.
Κι εκεί γυρνάω τώρα,
να βυζάξω το τελευταίο μου γάλα
πριν ο βαρύς ετούτος ουρανός μου κλείσει τα αυτιά μ’ έναν τεράστιο κρότο
και δεν ξανακούσω ποτέ τέτοια τραγούδια:
Kara Kum
Ίσως το καλύτερο κομμάτι των Banco de Gaia
από το άλμπουμ: Farewell Ferengistan
.
.
.
.
.
.
Ίσως το καλύτερο κομμάτι των Banco de Gaia
από το άλμπουμ: Farewell Ferengistan
.
.
.
.
.
.
Labels: almost dreams, journeys, music, presentation
Τι κι αν έχει λιακάδα;
Εγώ τα πρωινά δεν είμαι εδώ.
Άμα δείτε κάποιο βράδυ περισσότερο φως
απ’ αυτό που ρίχνει η λάμπα του δρόμου,
χτυπήστε μου απαλά την πόρτα, να βγω.
Έχω καιρό να πιω καφέ την ώρα που τυπώνονται οι εφημερίδες.
και μου 'λειψε η μυρωδιά απ’ αυτό το μελάνι
που εντυπώνεται πιο βαθειά και από ένα τατουάζ στο μπράτσο,
πιο ανεξίτηλα κι από ένα “μείνε” την ώρα των αποχωρισμών...
.
.
.
.
.
.
Εγώ τα πρωινά δεν είμαι εδώ.
Άμα δείτε κάποιο βράδυ περισσότερο φως
απ’ αυτό που ρίχνει η λάμπα του δρόμου,
χτυπήστε μου απαλά την πόρτα, να βγω.
Έχω καιρό να πιω καφέ την ώρα που τυπώνονται οι εφημερίδες.
και μου 'λειψε η μυρωδιά απ’ αυτό το μελάνι
που εντυπώνεται πιο βαθειά και από ένα τατουάζ στο μπράτσο,
πιο ανεξίτηλα κι από ένα “μείνε” την ώρα των αποχωρισμών...
.
.
.
.
.
.
Labels: images, journeys, thoughts, unsatisfied
Subscribe to:
Αναρτήσεις (Atom)






