Κάποτε η Mafalda είχε ρωτήσει τη μαμά της:
"Μαμά, που πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε;"
"......"
Εγώ είμαι πιο μεγάλος από τη Mafalda
και ως εκ τούτου οι απορίες μου είναι πιο κομπλικέ...
"πού πάνε τα δάκρυα όταν δεν τα χύνουμε;"
(λένε πως δεν υπάρχουν χαζές απαντήσεις,
μόνο χαζές ερωτήσεις...)
Labels: Artist, brain-fuck, concepts, fatal questions, images
Πάντα μου άρεσαν οι ανατροπές.
Ξέρεις αυτή η μικρή και απλή, πολλές φορές, διαδικασία που σε βγάζει από την καλόβολη σου στάση στον καναπέ ή στην αίθουσα του σινεμά, και σε κάνει να λες:
“Ωχ... Όχι ρε πούστη μου. Πως έγινε τώρα αυτό;”
Εμένα προσωπικά δε με νοιάζει πώς έγινε. Με νοιάζει το οτι έγινε.
Όπως ας πούμε, όταν είσαι απολύτως σίγουρος ότι αυτός που σκότωσε την Κ. είναι ο καινούργιος κάτοικος της πολυκατοικίας, που όλοι τον κοιτούν με μισό μάτι από την ημέρα που ήρθε, διότι έχει αυτήν την ουλή στο πρόσωπο που του παραμορφώνει κάθε γκριμάτσα και την κάνει απόκοσμη και αποκρουστική, ενώ στο τέλος μέσα σε μια ηρωϊκή μουσική υπόκρουση (κάτι ανάμεσα στο ρέκβιεμ του Μότσαρτ και το καλύτερο soundtrack του Hans Zimmer), ανακαλύπτεις ανατριχιασμένος, ότι το όπλο το καθάρισε και το έθαψε σε κάποιο μακρινό οικόπεδο, ο κοντοπίθαρος, χοντρούλης, με καράφλα και γυαλάκια σύζυγός της, ένας απλός ταμίας σε τράπεζα.
Ή όπως όταν παρακολουθείς τον τελικό του Champions League, σε ένα κατάμεστο στάδιο, πολεμικές ιαχές δονούν τον αέρα, η Liverpool χάνει 3-0 στο ημίχρονο, φωνάζεις έλεος, πετάς τασάκια, καις τις κουρτίνες κι εγώ δεν ξέρω τί άλλο, για να δεις εμβρόντητος στο δεύτερο, ότι μέσα σε 15 λεπτά έχει καταφέρει να ισοφαρίσει, να πάει το παιχνίδι στην παράταση, από κει στα πέναλτυ και να πάρει τελικά μια ηρωική νίκη, μέσα σε ένα αναβράζον καζάνι φιλάθλων που σιχτιρίζουν τα λεφτά που έδωσαν για να πάνε εκεί (οι μεν) και που τραγουδάνε ξανά το “You will never walk alone” (οι δε).
Ή ακόμα κι όταν πας σ’ ένα σχολικό πάρτυ, μπαίνεις μέσα σχεδόν τελευταίος, αργά το βράδυ και μόνος, απογοητευμένος που εδώ και 4 μήνες δεν έχεις κοπέλα και δεν σε νοιάζει κιόλας γιατί εσύ πάντα την Ε. ήθελες, πάντα όμως, και μπαίνεις εκεί και την βλέπεις να κάθεται στον καναπέ δίπλα σ’ αυτόν τον μαντράχαλο τον Δ. με τις τετράγωνες πλάτες και το τρίγωνο στέρνο, να χαριεντίζεται μαζί του σα ξελιγωμένο παιδαρέλι, η πουτάνα, σου γυρίζουν τα άντερα, γίνεται κόμπος το στομάχι σου, πας και ζητάς ένα ποτό το κατεβάζεις μονορούφι, ο βλάκας στην κουζίνα σου βάζει μόνος του και δεύτερο και τρίτο, πίνεις εσύ, πίνεις, μικρός είσαι στα τρία έχεις γίνει ήδη κουρούμπελο, βγαίνεις στη βεράντα να πάρεις λίγο αέρα, και τότε η Ε. παίρνει χαμπάρι ότι ήρθες και έρχεται κλαμένη έξω, σωριάζεται στην αγκαλιά σου λέγοντας πως ο μαντράχαλος είναι ένας αγράμματος μαλάκας και μισός που απλώς ήθελε να κάνει επίδειξη κατακτήσεων στη γαμωπαρέα του, σε κοιτάει βαθειά μέσα στα υγρά και έκπληκτά σου μάτια και σου ζητάει να την φιλήσεις και τότε αποκοιμιέται στην αγκαλιά σου όλο το βράδυ.
Μ’ αρέσει ακόμα κι όταν ο James Bond, με μισό χέρι ελεύθερο, και τυφλός από το οξύ που του ρίξανε στα μάτια, καταφέρνει και λύνεται από τις αλυσίδες που είναι συνδεδεμένες με τον πιο φοβερό και περίτεχνο εκπυρσοκροτητή του κόσμου, που με τη σειρά του είναι συνδεδεμένος με 12 πυρηνικές κεφαλές κρυμμένες σε κάποιο πολυσύχναστο Mall του Los Angeles, και παρόλα αυτά ο άρχοντας της 7ης τέχνης καταφέρνει και ελευθερώνεται, εξουδετερώνει τουλάχιστον 26 κακούς και πάνοπλους “μαχητές της ελευθερίας”, οδηγεί σαν τρελλός χωρίς καν να γρατσουνίσει το πρώτο τυχαίο Ford που βρήκε μπροστά του, βουτάει στη λίμνη του Mall, τυφλός είπαμε μη ξεχνιέσαι, και με μία συγκλονιστική αναπνοή που κρατάει τουλάχιστον 8 λεπτά, καταφέρνει με τις σούπερ ειδικές γνώσεις που αποκόμισε από τη μεγάλη των Bond σχολή, να εξουδετερώσει τελικά τις κεφαλές κι όταν βγαίνει επιτέλους από τη λίμνη (μπορεί να είχε και καρχαρίες μέσα, δεν παίζει ρόλο) είναι τόσο σέξυ μέσα στο κολλημένο πάνω του σμόκιν, που του την πέφτουν όλες οι ξανθές bimbo του Mall, αυτός διαλέγει την πιο θεά, και πάνε απλώς βόλτα στη γαλλική Ριβιέρα για απογευματινό καφέ.
Μ’ αρέσουν οι ανατροπές. Πολύ και παντού. Αλλιώς βαριέμαι.
Όταν όμως ανατράπηκε το φορτηγό του θείου Σταύρου με τα δαμάσκηνα, λίγο έξω από το Γαλαξίδι πηγαίνοντας προς την Ιτέα, και μετά από μια ξέφρενη πορεία γδέρνοντας τουλάχιστον 400 μέτρα προστατευτικής μπάρας, έπεσε στα βράχια από κάτω και σκορπίστηκε σε χίλια κομμάτια προσφέροντας και στην πανέμορφη θάλασσα τόννους από δαμάσκηνα, ε, δε μπορώ να πω ότι γοητεύτηκα κιόλας. Μάλλον ταράχτηκα τόσο από το θέαμα που κόντεψα να πέσω κι εγώ από τη μηχανή που οδηγούσα, πηγαίνοντας για μπάνιο κάπου εκεί κοντά, όταν είδα από μακρυά τα περιπολικά με τους φάρους αναμένους να κατεβάζουν στην απόκρυμνη πλαγιά μερικούς κακομοίρηδες αστυνομικούς να πάνε κοντά να δουν τι θα βρούνε ζωντανό και τι όχι, τα ασθενοφόρα να έρχονται ουρλιάζοντας τις σειρήνες τους, τουλάχιστον τρία ήταν (γιατί;) και πλήθος παραθεριστών να έχει μαζευτεί στο δρόμο από πάνω και να ψυθιρίζουν ενορχηστρωμένα τα συνήθη σε τέτοιες περιπτώσεις: “Αχ Παναγίτσα μου, κάνε να ‘ναι καλά ο άνθρωπος” και “Μα καλά κι αυτός ο χριστιανός πόσο έτρεχε;” και “Μαλάκα, σου λέω ότι έκανε τέσσερεις τούμπες πριν πέσει, ναι ρε πούστη άντρα, αλήθεια, από το μυαλό μου το έβγαλα; Τι καραγκιόζης που είσαι ρε, χα, χα, χα...”
Δεν βρήκαν τίποτα “μάλλον θα έπεσε στη θάλασσα, αλλά μετά από τέτοιο στραπάτσο που έφαγε ο άμοιρος θα πνίγηκε σίγουρα”, “να καλέσουμε το λιμενικό να ψάξει”, “εντάξει, άστο, θα το κανονίσω εγώ”, ίου ιου οι σειρήνες, χρτς χρτς οι ασύρματοι, πλαπ πλοπ οι σαγιονάρες των παραθεριστών.
Είχαν ήδη έρθει οι μισοί συγγενείς που μένουν εκεί κοντά, η γυναίκα του η Αλεξάνδρα (θεία μου), οι γονείς μου, τα ξαδέρφια μου, πεντ’ έξι γειτόνοι και κάτι άσχετοι που ήρθαν για να διαδώσουν τα νέα στην πλατεία, όταν έφτασε τρέχοντας ο θείος Σταύρος, κάθιδρος με μία παντόφλα στο ένα πόδι και αυτό το εμετικό σορτσάκι που φορούσε πάντα όταν οδηγούσε το φορτηγό και κατεβασμένο το φερμουάρ. Η μούρη του ήταν πιο μωβ και απο κακοσχηματισμένη μελιτζάνα, του λείπαν τρία τέσσερα δόντια από μπροστά, είχε φτύσει αίματα παντού πάνω στο φανελάκι του, αλλά μπορούσες ξεκάθαρα να καταλάβεις τις βρισιές του.
“Θα τους γαμήσω! τους καριόληδες τους Αλβανούς! θα τους ξεσκίσω τον κώλο, σκατόγυφτες, μουνόπανα του κερατά, που να σας γαμηθεί η...”, -σταματάω διότι με διακρίνει και μια σεμνότητα ως αφηγητή-.
“Μα να μου το κάνουν αυτό εμένα! Ποιοί; Τα τσουτσέκια, οι παλιογαμ... –σταματάω.
“Τί έγινε ρε θείε; Που είσαι; (μαλακία ερώτηση) Που ήσουν; Ποιός...;”
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Σταύρακας ο φορτηγατζής με το όνομα, ο θαλασσόλυκος των επαρχιακών οδών, είχε σταματήσει δυο χιλιόμετρα πιο κάτω για κατούρημα. Είχε δαγκώσει ένα δαμάσκηνο κι έτσι όπως ήταν στημένος μπροστά από ένα δέντρο κι ανακουφιζόταν, του την πέφτουν δυο αλλοδαποί (μην κόβουμε και το λαιμό μας πως ήταν αλβανοί, ο θείος έχει μια εμπάθεια) τον βουτάνε, τον ρίχνουν κάτω και αρχίζουν και τον χτυπάνε αλλύπητα στα πλευρά και στο πρόπωπο, μέχρι που του το κάνανε μελιτζανί. Ο θείος Σταύρος είναι νταβραντωμένος άντρας δεν χαμπαριάζει από αυτά, αλλά μέσα στον πανικό και στο σάστισμα είχε δαγκώσει τόσο γερά το δαμάσκηνο που του είχε σφηνωθεί στα δόντια, και με κάθε σπασμό από τα κλωτσίδια που έτρωγε τα δόντια του το σφίγγαν κι άλλο, κι έτσι όυτε να φωνάξει μπορούσε ούτε τίποτα. Αφού σιγουρεύτηκαν οι δυο κλέφτες ότι ο θείος δεν μπορεί να κινηθεί τόσο γρήγορα ώστε να τους κυνηγήσει, άρπαξαν τα κλειδιά όρμησαν στο φορτηγό και έφυγαν όσο πιο γρήγορα και μακρυά μπορούσαν. Ή μάλλον όσο πιο μακρυά τους επέτρεψε η ανατροπή. Του φορτηγού ντε.
Όλοι είμασταν δεόντως ευτυχισμένοι που ο άνθρωπος ήταν ζωντανός, κι όλα τ’ άλλα γίνονται, λαμαρίνες ήταν παλιοσίδερα, έλα μην κάνεις έτσι, εσύ να ‘σαι καλά και όλα θα τα ξαναφτιάξουμε και άλλες τέτοιες μπούρδες που όλοι νομίζουμε ότι έχουν μια ευεργετική και λυτρωτική επίδραση στον πάσχοντα εκείνες τις στιγμές.
Το ότι την μεθεπόμενη μέρα βρήκαν τους δυο Ρουμάνους (είδατε που σας το ‘λεγα;) σε μια σπηλιά στις ρίζες των βράχων που έγλυφαν τη θάλασσα δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, ολοζώντανους, διψασμένους και ταλαιπωρημένους μεν, αλλά χορτάτους δε, αφού είχαν σώσει και είχαν πάρει μαζί τους κι ένα καφάσι με δαμάσκηνα, ε, αυτό δεν το θεωρώ και την πλέον κορυφαία ανατροπή...
Ο James Bond κάνει καλύτερες.
Labels: fiction, humour, scripta manent
Θα κάνω μια μικρή εξαίρεση σήμερα, διότι από εχθές έχει κατασκηνώσει στο μυαλό μου και δε λέει να φύγει, ένα ασύλληπτο για τα δικά μου δεδομένα, μάθημα ανθρωπιάς, που έδωσε ένας άνθρωπος που τον είδαμε δυο φορές όλο κι όλο στα κανάλια και μάλλον δεν θα τον ξαναδούμε και ποτέ. Μιλάω βεβαίως για τον πατέρα του Ντουζόν Ζαμίτ, του 20χρονου παιδιού που χτυπήθηκε με βάναυσο τρόπο στη Μύκονο και τελικά απεβίωσε, αφού οι γονείς του έδωσαν εχθές τη συγκατάθεσή τους για να αποσυνδεθεί από τα μηχανήματα που του παρείχαν υποστήριξη, μιας και ο εγκέφαλος του παιδιού ήταν ήδη νεκρός.
Το πρώτο απίστευτο μάθημα ανθρωπιάς που έδωσε αυτός ο τραγικός πατέρας, ήταν τα λίγα λόγια που είπε έξω από το νοσοκομείο, στα κοράκια που καρτερούσαν για μια δήλωση, μπροστά σε αποσβωλομένα μικρόφωνα: "Έχετε μια υπέροχη χώρα με σπουδαίο πολιτισμό. Είστε υπέροχος λαός και αυτό που συνέβη ήταν μια άτυχη στιγμή. Σας ευχαριστώ για όλα. Θα ήθελα μόνο να σεβαστείτε αυτήν μας την προσωπική στιγμή."
Έχουμε μια υπέροχη χώρα, με σπουδαίο πολιτισμό και είμαστε ένας υπέροχος λαός! Αυτά τα είπε ένας άνθρωπος που δεν τον συμβούλευσε κανένας image maker και που το παιδί του κρατιόταν στη "ζωή" με μηχανήματα που, όπως είπε και ο ίδιος, την επόμενη ημέρα θα τα αποσυνέδεαν. Δεν τα είπε κανένας ξένος ανταποκριτής, κανένας εκφωνητής ντοκυμαντέρ, κανένας εκλεγμένος πολιτικός σε δείγμα αβροφροσύνης, δεν τα είπα εγώ, δεν τα είπατε εσείς! Τα είπε ένας Άνθρωπος που κάποιος "έλληνας" με σπουδαίο πολιτισμό του σκότωσε το παιδί!
Και ότι έγινε έγινε, περάσαν οι ώρες, αποσυνδέθηκε το παιδί από τα μηχανήματα και μαθαίνω εμβρόντητος ότι:
"Πράξη γίνεται, εν τω μεταξύ, η μεγαλόψυχη απόφαση της οικογένειας του θύματος να δωρίσει τα όργανά του. Σύμφωνα με τη ΝΕΤ, η καρδιά του μεταμοσχεύτηκε σε ομογενή από την Αυστραλία, 31 ετών, που νοσηλευόταν στο Ωνάσειο με σύστημα μηχανικής υποστήριξης της καρδιακής λειτουργίας. Η επέμβαση ολοκληρώθηκε το πρωί του Σαββάτου και ο λήπτης βρίσκεται σε καλή κατάσταση.Το πάγκρεας και ένας νεφρός δόθηκε σε 34χρονο από την Κοζάνη που χειρουργείται στο Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης, ο δεύτερος νεφρός σε 43χρονο Αθηναίο στον Ευαγγελισμό, και το ήπαρ σε 37χρονh από την Αλεξανδρούπολη που βρίσκεται επίσης στο Ιπποκράτειο."
Ο απίστευτος αυτός Άνθρωπος, με το πιο κεφαλαίο "Άλφα" που υπάρχει στον κόσμο, δώρισε τα όργανα του παιδιού του, και ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να τα δωρίσει σε νοσοκομεία της χώρας του, όπου σίγουρα αμέτρητοι άλλοι θα τα είχαν ανάγκη, αυτός έκανε πράξη ένα μεγαλειώδες δείγμα ανωτερότητας και ανθρωπιάς. Τα έδωσε σε ασθενείς της "υπέροχης χώρας μας" (που κάποιος από τον υπέροχο λαό της σκότωσε το παιδί του), με τον "σπουδαίο πολιτισμό" (του χαμηλότερου δείκτη για τη δωρεά οργάνων στην Ευρώπη), σώζωντας έτσι, τουλάχιστον 4 ανθρώπους ακόμα, προς το παρόν...
ΟΧΙ!
Αυτό δεν το χωράει το μικρό μου κεφαλάκι!
Δεν είμαι και τόσο πεσιμιστής (ίσα ίσα, αισιόδοξο θα με ονόμαζα), αλλά δεν θα πίστευα ποτέ ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο.
Πώς μπορούμε να ανταποδώσουμε σ' αυτόν τον Άνθρωπο αυτό που έκανε; Γιατί το έκανε; Πως θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή του χωρίς το παιδί του; Πως θα συγχωρέσει; Πως θα ξεχάσει; Πως γίνεται εμείς να μην ξεχάσουμε;
Ξέρω ότι δεκάδες blogs έχουν ασχοληθεί με το θέμα, όλα τα κανάλια "το παίζουν" σε κάθε δελτίο, όλες οι εφημερίδες αφιέρωσαν στήλες ή σελίδες, το internet έχει γεμίσει "αποτελέσματα αναζήτησης".
Αφήστε μόνο να πω και 'γω μια κουβέντα, να το βγάλω λίγο από μέσα μου, να το φωνάξω, γιατί θα σκάσω:
.
.
.
.
.
.
Labels: 2008, brain-fuck, concepts, official statements, opinion
Ήταν δεν ήταν έξι το απόγευμα.
H μέρα είχε κυλήσει βασανιστικά αργά, σαν τα βήματα ενός μελλοθάνατου στο Πράσινο Mίλι, και τίποτα δεν έδειχνε πως το υπόλοιπό της θα ήταν καλύτερο. Oι άλλοι είχαν φύγει, εδώ και μισή ώρα ήταν μόνος του. Σκότωνε το χρόνο του, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μπροστά σε μια οθόνη ξεφυλλίζοντας digital βιβλία και εφημερίδες, χαζεύοντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες, καίγοντας ανέμελα τα pixels του εγκεφάλου του ένα ένα. Στο ράδιο οι Coldplay ξεχειμώνιαζαν με το Violet Hill μέσα στο κατακαλόκαιρο.
Έγραψε σε όλους από μια σοφιστία βαρύγδουπη και μελαγχολική, τα έστειλε, τα πόσταρε, τα σχολίασε όλα, του τέλειωσαν τα favorites, του τέλειωσαν τα τσιγάρα.
«Πρέπει να πεταχτώ να πάρω, δεν τη βγάζω με το τίποτα έτσι…»
Tακτοποίησε τα χαρτιά του σχολαστικά. Kαθάρισε το τασάκι, έβαλε κάθε μαρκαδόρο και κάθε post-it στην θέση που τους αναλογούσε όμορφα και περιποιημένα, σύμφωνα με τα χρώματά τους, σύμφωνα με τους ψυχαναγκασμούς του. Ήπιε μια γουλιά νερό, δεν δίψαγε, δεν ήξερε γιατί την ήπιε, αλλά πάλι τόσα και τόσα δεν ήξερε, σ’ αυτό θα σκάλωνε;
Kοίταξε κλεφτά μέσα στη μικρή θήκη στο τσαντάκι του, είχε ψιλά, εντάξει, έπλυνε το ποτήρι του στην κουζίνα, έκλεισε το παράθυρο χαζεύοντας για λίγο απ’ έξω, σαν μην είχε ξαναδεί ποτέ του φωταγωγό ή σαν να μην ξανάβλεπε ποτέ και ήθελε να κρατήσει αυτή τη φοβερή εικόνα στο μυαλό του, ξέρω ‘γω;
Tα κλειδιά κουδούνισαν στην τσέπη του. Aνασήκωσε ελαφρά τα στόρια από το παράθυρο και κοίταξε κλεφτά έξω. Tου άρεσε αυτό που είδε. Ένα λιοπύρι μαστίγωνε τη λεοφώρο πέντε ορόφους πιο κάτω, αλλά τα φύλλα στα δέντρα απέναντι χόρευαν χαρούμενα και τρελλά στο φύσημα που δρόσιζε ελαφρά τους πέμπτους ορόφους των πολυκατοικιών. Bγήκε στο μπαλκόνι και γλίστρησε απαλά και μεθοδευμένα προς τα κάγκελα. Πάντα όταν το ‘κανε αυτό κοίταζε πρώτα αριστερά προς τη μεριά του κέντρου, ο Λυκαβηττός εκεί, οι στύλοι του Oλυμπίου Διός εκεί, το Fix εκεί, όλα στη θέση τους, εντάξει.
Aυτή τη φορά κοίταξε πρώτα δεξιά, ή μάλλον μόνο δεξιά, στη θάλασσα. H Aίγινα στο βάθος ίσα που διακρινόταν χαμένη στη θολούρα του απογεύματος. Πήρε μια βαθειά ανάσα ευχαριστημένος, δεν μπορούσε να το κάνει και πολύ συχνά αυτό.
Πήδηξε.
Ξέρετε, η πτώση από τον πέμπτο δεν είναι πάντα σύντομη, κι αυτές οι μπούρδες για τη ζωή σου που περνάει σαν βίντεο σε φαστ φόργουορντ είναι για να γυρίζονται ωραίες ταινίες στο Xόλυγουντ.
H δικιά του πάντως κράτησε πολύ. Mέρες ήταν; μήνες; χρόνια; δεν θυμάται πια. Θυμάται μόνο το φορτηγό με τα παπλώματα που πέρναγε από κάτω εκείνη ακριβώς τη στιγμή (τι στο διάολο κάνει ένα φορτηγό με παπλώματα στη Συγγρού καλοκαιριάτικα;) και το ατέλειωτο ταξίδι πάνω τους· σα χαλίφης ήταν, και τους μαρκαδόρους που μάλλον δεν θα ξανάβλεπε, και το ποτήρι του που το ξέχασε εκεί στον πέμπτο, και τη δουλειά που άφησε στη μέση, και τα κλειδιά που κουδουνίζανε στη τσέπη, και τους Coldplay, και τίποτε άλλο.
Labels: fiction, journeys, scripta manent

Προειδοποιώ ΕΝΤΟΝΩΣ λοιπόν και εις γνώσιν των συνεπειών του νόμου ότι:
1) Όποιος με επισκεφθεί και αντι για κανονικό σχόλιο αρχίσει να αφήνει ευχές και χαιρετούρες, να του καεί το πληκτρολόγιο!
2) Όποιος δεν κάνει το παραπάνω, αλλά αρχίσει να μου δίνει κουράγιο, ελπίδες και άλλες ελεημοσύνες, να του καεί το PC!
3) Όποιος δεν περάσει από εδώ (γιατί πακετάρει και δεν προλαβαίνει και καλά...), να του καεί η πλάτη και η μύτη από τα εγκαύματα!
4) Όποιος περάσει και αρχίσει να γράφει ποιητικές αρλούμπες, περί της μαγείας της Αθήνας τον Αυγουστο, να του καεί ο εγκέφαλος!
5) Τέλος, οποιανού του έχει ήδη καεί ο εγκέφαλος και κάνει οποιοδήποτε από τα παραπάνω λάθη, να χάσει τα εισητήριά του έξω από το καράβι...
Σας αγαπάω όλους!
Καλά να περάσετε...
Labels: desperation, humour, unsatisfied





