...είναι άσπρο με γκρι και γαλάζια μπιρμπιλόνια.










.



Τίναξα τους υπόλοιπους κόκκους άμμου από πάνω μου και κοίταξα τριγύρω. Έξω από το κρύσταλλο είχε λιακάδα και πρέπει και να φυσούσε λιγάκι, εδώ μέσα όμως ήταν σαν να μην υπήρχε καιρός, ή μάλλον, επειδή αυτό δεν είναι εφικτό, σαν να μην έπαιζε κανέναν ρόλο ο καιρός. Ναι, σίγουρα δεν έπαιζε κανέναν ρόλο. Κυλούσα κι εγώ μαζί με όλους τους άλλους προς το στενό μικρό άνοιγμα, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, αργά και ακανόνιστα, ποτέ πιο γρήγορα και σίγουρα ποτέ πιο αργά.

Είναι φανερό πλέον πως όσο πλησιάζω προς το άνοιγμα τόσο περισσότερο φορτίο πρέπει να ξεφορτωθώ -το μόνο σίγουρο είναι πως δε χωράμε όλοι μαζί- και μιας και είμαι ολόγυμνος αντιλαμβάνομαι πως πρέπει να απαλλαγώ πάραυτα από τις περιττές παρουσίες γύρω μου, έτσι αρχίζω και τους κλωτσάω έναν έναν, μέχρι που ο υμένας που μας ένωνε μέχρι πρότινος γίνεται σαν διαλυμένο ελαστικό σε αγώνα παγκοσμίου πρωταθλήματος, που μόλις έληξε άδοξα τουλάχιστον για έναν.

Πιο ελαφρύς λοιπόν τώρα, φτάνω επικίνδυνα κοντά στο σημείο που -θέλω δε θέλω- θα ανακαλύψω αν είμαι μέσα σε χωνί ή μέσα σε κλεψύδρα. Κι εντάξει αν είμαι σε κλεψύδρα. Κάποιος απελπισμένος θα τη γυρίσει κάποτε ανάποδα και όλες οι διαδρομές θα ξαναρχίσουν σαν σε ξεχαρβαλωμένο τρενάκι του τρόμου, που όταν έκλεισε το τσίρκο κανείς δε σκέφτηκε να πατήσει το “OFF”.

Εντάξει αν είμαι σε κλεψύδρα...







.



- Λοιπόν...
Τώρα ο μπαμπάς θα σου πει ένα ωραίο παραμύθι.
Εντάξει κουκλίτσα μου;
- Αγκού... γλγλγλ...
- Λοιπόν...
Ε...
Ναι! Ήταν που λες μια φορά κι έναν καιρό η Χιονάτη και οι οκτώ Νάνοι και μια καργιόλα μάγισσα και ένας τρέντυ πρίγκηπας και... ε... και... ο... ο Σρεκ! Ναι. Αυτοί ήταν. Άντε καληνύχτα τώρα. [Σμουτς]
- Ουάαααα...!!!
- Τι; Δε σ’ άρεσε;
- Ουάαααα...!!!
- Καλά, καλά. Ηρέμησε. Ήταν λοιπόν όλοι αυτοί, και ζούσαν σ’ ένα κωλόσπιτο μέσα σ’ ένα δάσος οι οκτώ Νάνοι, και κόβανε ξύλα από το δάσος για να φτιάξουν ένα φράγμα και να παράγουν φτηνή ηλεκτρική ενέργεια, και να την πουλάνε μετά στη %#$=%&+*ΔΕΗ, και να μας την πουλάει μετά εμάς η ΔΕΗ με 800% καπέλο, και να πληρώνουμε κι ένα σκασμό Δημοτικά Τέλη, που ούτε έναν τενεκέ στη γωνία δεν έχουν βάλει οι παλιοπούστηδες για τα σκουπίδια, κι αυτή τη λάμπα στη γωνία έχει να την αλλάξει ο γαμωδήμαρχος από πριν εκλεγεί, και... και... τι λέγαμε; Α, ναι! Και μια μέρα είχε πάει να πάρει σερβιέτες αυτή η μαλάκω η Χιονάτη, και χάθηκε μέσα στο δάσος (μα καλά, ποιος τα γράφει αυτά τα παραμύθια; έχει σερβιέτες στο δάσος;) και τη βρήκανε οι Νάνοι, και της είπαν: «άκου να δεις μωρή, άμα θες να σε σπιτώσουμε, θα μας πλένεις, θα μας μαγειρεύεις, θα καθαρίζεις το σπίτι, θα φροντίζεις τον κήπο, κι άμα είμαστε και στα ντουζένια μας θα μας κάνεις και καμιά πίπα, νταξ;» και η βλαμμένη δέχτηκε γιατί δεν ήξερε τι σημαίνει «ντουζένια», κι άρχισε να τα κάνει όλα αυτά... και... ε, γκχμ... ζήσαν αυτοί καλ...
- Ουάαααα...!!!
- Ωρεπούστημου!
- Ουάαααα...!!!
- Γαμώ τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν!
Λοιπόν: Κι εκεί που ήσαντε μια μέρα που λες, ανάμεσα σε κάτι παρτούζες κι ένα παστίτσιο που έφτιαχνε η βλαμμένη, ψιλοπείνασε κι άρπαξε ένα μήλο και το χλαπάκιασε, αλλά το μήλο είχε κάτι φυτοφάρμακα, γιατί η καργιόλα η μάγισσα που λέγαμε παραπάνω, θυμάσαι; μπράβο, αυτή λοιπόν, ήτανε μεγάλη σκρόφα και ήξερε πως ο πρίγκηπας θα ερωτευόταν τη Χιονάτη κι όχι την κόρη της την... την... ε... την Σταχτοπούτα που ήταν κοντή, χοντρή, με καμπούρα, με σπυριά στη μούρη και μια κρεατοελιά σα σπαλομπριζόλα στο λαιμό της, κι αποφάσισε να σκοτώσει τη μαλάκω την ασπρουλιάρα και έβαλε τα δηλητήρια μέσα στο μήλο, που σίγουρα αυτό θα διάλεγε η άλλη η ηλίθια ανάμεσα σε όλα τα άλλα, και... ουφ! τέλος πάντων, το έφαγε και ψόφησε, και οι εννιά Νάνοι δεν πήρανε χαμπάρι μία, γιατί είχανε βρει την Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος και πηδιόσαντε όλοι μαζί, και τότε ήρθε αυτός ο φλώρος ο πρίγκηπας, και τη φίλησε και η μαλάκω ξύπνησε, κι έπαθε κι ένα εγκεφαλικό μόλις τον είδε, και πηδιόσαντε κι αυτοί, και η μάγισσα κόντεψε να πεθάνει από το κακό της γιατί κανείς δεν πηδιόσαντε μαζί της, και... και...
- Χρρρ... ζζζ...
- Κοιμήθηκε το κουκλί μου!
- [από το βάθος] Αγάπη μουουουου...
- Τι;
- Κοιμήθηκε η μικρή;
- Φυσικά μωρό μου! Της διάβασα ένα παραμύθι!
- Ωραία. Μπορείς να έρθεις λίγο που σε θέλω;
- Τι;
- Σκύψε λίγο βρε μωρό μου, να μη σηκώνομαι από τον καναπέ γιατί είμαι κουρασμένη...
- Ναι αγάπη μου. Τι θέλεις; Πες μου...

Μπαφ!*

*(έτσι και με ξαναβαρέσει μπροστά στο παιδί θα την απολύσω, σας το λέω...)









.



Το μεγάλο κιτρινοπράσινο ανθρωπόμορφο τέρας μούγκρισε και η γη σείστηκε κάτω από τα πόδια του. Φωτιές βγήκαν από τα βρωμερά του ρουθούνια και κατάκαψαν όλη τη βλάστηση τριγύρω. Μια βροντερή κλανιά συμπλήρωσε την ειδυλλιακή σκηνή.

Η πριγκίπισσα Αλίσια χέστηκε κυριολεκτικά από το φόβο της. Χέστηκε μάλιστα τόσο πολύ που το κατάλευκο μεταξωτό αέρινο φόρεμά της μετατράπηκε μεμιάς σε ένα σιχαμένο καφέ πατσαβούρι. Μια ενεξέλεγκτη μπόχα απλώθηκε στον αέρα.

Ο ευγενικός και θαρραλέος ιππότης Μπιμπιρλάνος μόλις είχε φτάσει στο σημείο, πάνω στο περήφανο άτι του, τον Παναή, (ο οποίος ήταν κρυφαδερφή αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να καλπάζει κανονικά στα κακοτράχαλα βουνά και να χέζει ασύστολα μέσα στις αλέες του κάστρου), όταν αντίκρισε το σιχαμένο τέρας να στρώνει το τραπέζι για να κατασπαράξει με την ησυχία του την πριγκίπισσα. Με μια απότομη κίνηση έβγαλε από τη θήκη του το αστραφτερό του σπαθί, με το οποίο είχε ξεκοιλιάσει δεκάδες δράκους και τέρατα και νεράιδες (κατά λάθος), και με άλλη μία απότομη κίνηση έπεσε από τον περήφανο Παναή, καθώς η πολυποίκιλτη πανοπλία του μάγκωσε κατά λάθος στα χαλινάρια του αλόγου την ώρα που εκείνος προσπαθούσε να εντυπωσιάσει την Αλίσια, με ένα διπλό τόλουπ ξεπεζέματος.

Ωϊμέ!

Συμφορά!
Ο καημένος ιππότης έπεσε τόσο άγαρμπα στο έδαφος που το αστραφτερό κλπ. σπαθί του έχοντας πρώτα σφηνωθεί στη σχισμή δύο μικρών βράχων, του χώθηκε τόσο βαθειά στον κώλο, που η σκωληκοειδίτιδα του βγήκε από τα αυτιά. Το άψυχο σώμα έγειρε απότομα και το κεφάλι του δίσμοιρου ευγενούς, τσακίστηκε στα προαναφερθέντα βράχια. Σύντομα ένα χυλός από λιωμένα μυαλά, πηχτά αίματα και κατακρεουργημένα εντόσθια σχημάτισε μια αηδιαστική λίμνη γύρω από τον Παναή, ο οποίος εμφανώς ενοχλημένος ρεύτηκε μεγαλόπρεπα, και αποχώρησε από τη σκηνή καπνίζοντας έναν μπάφο, που είχε στρίψει νωρίτερα στους βασιλικούς στάβλους.

Το δείλι βάφτηκε σκατί, και μια σαστισμάρα επικράτησε ανάμεσα στα μοναδικά ζωντανά πλάσματα της ιλαροτραγωδίας, ώσπου ξάφνου...

[τακ, τακ...]

- Αγάπη μου;
- Ναι;
- Τι κάνεις εκεί;
- Γράφω.
- Τι ακριβώς γράφεις γλυκέ μου;
- Ένα παραμυθάκι...
- Για ποιόν αγάπη μου;
- Ε, για ποιόν άλλον; Για την κόρη μου φυσικ...

Μπαφ!*

*(ουδέν σχόλιον...)







.



Όταν γεννήθηκα χιόνιζε. Και πριν γεννηθώ, και μετά. Αυτό δεν το θυμάμαι. Μου το είπαν. Αλλά γιατί να μην το πιστέψω; Στη Γερμανία πάντα χιονίζει.

Όταν πρωτοφίλησα εκείνο το κορίτσι στο Γυμνάσιο, όλα έγιναν καινούργια για μένα. Το όνομά της δεν το θυμάμαι. Ούτε το πρόσωπό της καλά καλά πλέον. Θυμάμαι όμως που το είπε στις φίλες της, κι εκείνες στους δικούς μου φίλους, και στα μάτια τους είχα ψηλώσει δέκα πόντους μέχρι να το κάνουν κι εκείνοι.

Έχασα 21 μήνες από τη ζωή μου, να βολοδέρνω από στρατόπεδο σε στρατόπεδο. Λένε ότι οι άντρες πάντα τα θυμούνται αυτά, και κάνουν βαρετές συζητήσεις με τους φίλους τους για το πως πέρασαν τότε. Εγώ (θέλω να) θυμάμαι μόνο την πρώτη και την τελευταία μου έξοδο. Στην πρώτη με περίμενε η μισή Αθήνα, στην Αθήνα, για να με χαιρετίσει. Στην τελευταία ταξίδεψα δύο ολόκληρες μέρες για να σφίξω την μάνα μου στην αγκαλιά μου. Θυμάμαι όλο το ταξίδι. Δε θυμάμαι τι έκανε η μάνα μου. Μάλλον θα έκλαψε. Από χαρά. Έτσι κάνουν οι μανάδες, λένε.

Δε θυμάμαι σε πόσες δουλειές έχω δουλέψει. Έτσι κι αλλιώς πάντα σιχαινόμουν τους απολογισμούς και τις νεκρολογίες. Άμα χρειάζεται τυπώνω ένα βιογραφικό με μια περίληψη. Είσαι ότι δηλώσεις, κι εγώ είμαι πολλά. Το μόνο που θυμάμαι καθαρά, ήταν οι 24 δραχμές μπουρμπουάρ κάποιο βράδυ σε μια άθλια ταβέρνα στην Κοκκινιά, με τις οποίες πήρα τα πρώτα δικά μου τσιγάρα. Θυμάμαι και ποιός μου τις έδωσε. Έχει πεθάνει τώρα.

Οι πιο γλυκές περιπέτειες στη ζωή, αρχίζουν με ένα “αν”, κι οι πιο επικίνδυνες με ένα “θα”. Δε θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά μ’ αρέσει. Μπορεί να το ‘πα κι εγώ. Δε θυμάμαι. Δε με νοιάζει.

Ήμουν σχεδόν σίγουρος, θα έκοβα και το κεφάλι μου, ότι κάπου έκρυψα μόνος μου τη λίστα με τις επιλογές μου. Σχεδόν θα ορκιζόμουν ότι το έκανα επίτηδες για να τις ξαναβρώ όποτε τις χρειαστώ -καβάτζα φτηνιάρικη, δε λέω... αλλά από κάπου δεν πρέπει να κρατιόμαστε όλοι, όταν στη ζωή παίρνεις το βαγόνι που δεν έχει χειρολαβές;
Έψαξα όλο το σπίτι, έκανα άνω κάτω το μυαλό μου, ξεσκόνισα όλα τα τετράδια, άδειασα στο πάτωμα τα συρτάρια.

Σκατά.

Δε θυμάμαι τίποτα.










.

My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy