Είμαι πολύ μπερδεμένος.


Έχω μια κόρη, που πριν καλά-καλά καταλαγιάσει μέσα μου η αγωνία της γέννας της και του αν όλα θα πάνε καλά, έγινε ενός έτους σήμερα, κι έχω ήδη αρχίσει τη συλλογή από αγωνίες για το αν θα μεγαλώσει καλά.


Η ζωή σε φέρνει όμως πάντα σε μια ισορροπία, ακόμα κι αν δεν επιλέγεις εσύ τη στιγμή που θα συμβεί αυτό. Σε κολλάει στον τοίχο, νύχτα με κρύο και γυμνό, και σε φέρνει αντιμέτωπο με τις ζυγαριές σου, ψιθυρίζοντάς σου σατανικά πως αν δεν τα καταφέρεις θα γλιστρήσεις σίγουρα προς τη μια μεριά, και δεν έχει ιδέα που θα βρεθείς…

Το τελευταίο διάστημα, είχα μεγάλη αγωνία για έναν από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, για έναν Άντρα -το κεφαλαίο “άλφα” δεν μπήκε κατά λάθος- που τιμούσε με την ύπαρξή του το κατακρημνισμένο μας είδος, για έναν Λεβέντη -και βάλτε δίπλα στη λέξη αυτή όσες ερμηνείες λεξικών θέλετε, πάλι δεν θα φτάνουν- για έναν Άνθρωπο, που γιγαντώθηκε στα μάτια μου από τα πολύ μικρά παιδικά μου χρόνια, κι έμεινε εκεί σκαρφαλωμένος για πάντα, κι εγώ μικρός, νέος, έφηβος, ενήλικος, μεσήλικας πλέον, τον κοιτούσα ακόμα από χαμηλά, με ένα σεμνό δέος και μια άσβεστη αγάπη.

Δεν την έχω πια. Μια αγωνία λιγότερη…

Καλό ταξίδι νονέ μου…
Εκεί που πας, να μου φιλήσεις τον παππού και τη γιαγιά, και την άλλη τη γιαγιά, και τη κυρία Ρενάτε , και όλους όσους σε πρόλαβαν.

Και να κάνετε παρέα νονέ.
Μέχρι να ξανασμίξουμε όλοι , να μην είσαι μόνος.
Κι αν καμιά φορά κοιτάς και προς τα κάτω, να ξέρεις πως όσο είμαι εδώ, εγώ θα κοιτάω πάντα προς τα πάνω για να σε αντικρίζω, γιατί ψηλά είναι η θέση σου στην καρδιά μου και στο μυαλό μου.




συνειδητά, χαρούμενα, με έκπληξη,
κι έτρεξε μπουσουλώντας στην αγκαλιά μου.

Και τότε ένιωσα για πρώτη φορά το βάρος όλου του κόσμου
να μ’ αγκαλιάζει τρυφερά
και να μου ζητάει χωρίς φωνή,
να βρω τη δύναμη να το αντέξω.

.


κι ας έλειψα κάποιες φορές.

( ή κάποιες ώρες…
ή κάποιες μέρες…)

ήμουν πάντα εδώ.



(σημ. 1: Το παρακάτω κείμενο ΔΕΝ βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. ΕΙΝΑΙ αληθινά γεγονότα)
(σημ. 2: Αποτελεί δε, επεξήγηση του προηγούμενου ποστ…)



Ήταν Απρίλης.
Μέρα δε θυμάμαι. Αλλά Απρίλης ήταν σίγουρα γιατί θυμάμαι πως επιστρέφαμε από ένα αισχρό τετραήμερο από τη Λίμνη Ευβοίας. Πάνε καμιά δεκαριά χρόνια τώρα, αλλά το θυμάμαι καθαρά. Σταματήσαμε σε μια παραλιακή ταβέρνα στη Νέα Αρτάκη να τσιμπήσουμε κάτι.

Με έπιασε κάπου ανάμεσα στο φαΐ και το γλυκό. Εκείνες τις στιγμές η μνήμη μου έπαθε μια ηλεκτροπληξία 8 εκατομμυρίων βολτ και θυμάμαι πλέον πολύ επιλεκτικά τα πράγματα. Το πρώτο που θυμάμαι καθαρά είναι αυτό το περίεργο πνίξιμο στο λαιμό μου. Σαν να είχα καταπιεί ένα τεράστιο πορτοκάλι. Αλλά δεν είχα. Καταπιεί. Ο φάρυγγάς μου έφραξε στιγμιαία και πετάχτηκα απότομα από την καρέκλα μου. Σχεδόν αμέσως, και αφού το πορτοκάλι εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, με έπιασε μια τρομερή δύσπνοια. Τρομερή. Αυτή είναι η κατάλληλη λέξη. Ναι.

Ένα αμόνι 750 κιλών είχε πέσει πάνω στο στήθος μου και δεν μ’ άφηνε να πάρω ανάσα. Οι αναπνοές μου έγιναν μικρές και κοφτές, σαν αποτυχημένο λαχάνιασμα. Όταν προσπάθησα να πάρω μια βαθιά αναπνοή δεν κατάφερα τίποτα, ούτε μέχρι τη μέση δεν έφτασε, και τότε ο τρόμος άρχισε να με περικυκλώνει με όλες του τις μορφές.
Οι παρέα μου ανησύχησε. Όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι έχω (μάταια) και εγώ προσπαθούσα να τους εξηγήσω (επίσης μάταια). Λέξη δε μπορούσε να βγει από το στόμα μου. Πρέπει να τους κοίταζα με το πιο τρομαγμένο βλέμμα που αντίκρισαν ποτέ εφόσον οι μόνες λέξεις που καταλάβαινα πως έβγαιναν από τα χείλη τους ήταν: γιατρός, ασθενοφόρο, νοσοκομείο, σοκ, και κάτι βρισιές…

Σε δέκα περίπου λεπτά σχεδόν τα πάντα ήταν στη θέση τους. Το αμόνι έγινε ατμός, το πορτοκάλι ήταν σαν μην υπήρξε ποτέ και το μόνο πράγμα που έκοβε βόλτες τριγύρω ήταν αυτή η ανεπαίσθητη μυρωδιά του τρόμου, που μένει μαζί σου για πάντα, για να σου θυμίζει ότι τον παντρεύτηκες πλέον…

Οι επόμενες μέρες, ήταν περίπου διακοσμητικές για όλους τους άλλους. Φυσικά δεν είπα τίποτα στην οικογένειά μου για να μην τους τρομοκρατήσω. Έκανα σιωπηλά ένα τουρ σε όλα τα νοσοκομεία της Αθήνας, και στους μισούς ιδιώτες παθολόγους, καρδιολόγους, πνευμονολόγους, πιστεύοντας ακράδαντα πως πεθαίνω σύντομα. Έμφραγμα, πνευμονική εμβολή, καρκίνος, AIDS, Έμπολα, τι σκατά; Ήμουν σίγουρος πως κάτι τέτοιο είχα. Αλλά, φευ! Καμία απολύτως εξέταση δεν έδειξε το παραμικρό. Οι φράσεις του τύπου “η καρδιά σας λειτουργεί απόλυτα φυσιολογικά, σαν μικρού παιδιού”, και “τα πνευμόνια σας είναι επιπέδου αθλητή” έγιναν τόσο συχνές στις γνωματεύσεις των γιατρών, που αποφάσισα πως όλοι τους είχαν πάρει πτυχίο σε νυχτερινό γυμνάσιο του Κιργιστάν. Άχρηστοι! Εγώ πέθαινα…

Όλως παραδόξως, μέρες, εβδομάδες και μήνες μετά, παρέμενα ακόμα ζωντανός. Τρόπος του λέγειν φυσικά, διότι το μυαλό μου δεν εννοούσε να ξεκολλήσει από αυτό που μου είχε συμβεί, και από όλες τις υπόνοιες που είχα για το τι ακριβώς έπαθα, και από…
Ουπς!
Το μυαλό μου;
… ... ...

Πρέπει να είχαν περάσει σχεδόν δύο χρόνια από τότε, όταν μια μέρα στη δουλειά, χωρίς καμία αφορμή, αιτία ή λογική εξήγηση, το τέρας ξαναήρθε. Απότομα, απειλητικά, ουρλιάζοντας και αφρίζοντας, άνοιξε την πόρτα με μια γροθιά και χώθηκε μέσα μου. Κύλησε στις φλέβες μου, πλημμύρισε τον εγκέφαλό μου, και κατέληξε σε μια υγρή, πηχτή μάζα, που έφραξε τα πνευμόνια, το λαιμό, το στόμα και τη μύτη μου. Πετάχτηκα (πάλι) από την καρέκλα μου -λες και αυτή είναι η πλέον ενδεδειγμένη θεραπεία για τον τρόμο- και μαζί μου παρέσυρα, βιβλία, περιοδικά, πληκτρολόγια, ποτήρια κι ένα διαχωριστικό γραφείου. Ο τρόμος μου έγνεφε από ένα σκοτεινό βάθος της ψυχής μου “γεια σου”, χαμογελώντας σαρκαστικά και ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ με τις προσωπικές μας αναμνήσεις από το περιστατικό στην Αρτάκη.

Μια ώρα περίπου αργότερα, ξεκινούσε ένα νέο τουρ σε γιατρούς, νοσοκομεία, κλπ. Ο τελευταίος -σοβαρός άνθρωπος- μου εξήγησε εξαιρετικά ψύχραιμα μπορώ να πω, πως ότι μου συνέβαινε ήταν συμπτώματα από διαταραχές άγχους. Και πως αν δεν μπορούσα μόνος μου να διαπιστώσω την αιτία τους ή την προέλευσή τους, καλό θα ήταν να επισκεφθώ ένα ψυχολόγ…
Άντε και γαμήσου” μουρμούρισα έξω από την πόρτα του, αφού του ακούμπησα τα ωραία μου ευρώ.

Ήταν όμως αναπόφευκτο. Χρειάστηκαν ακόμα πέντε έξι τέτοιες περιπτώσεις που ολοένα και πύκνωναν σε συχνότητα, μερικές συζητήσεις με ανθρώπους που είχαν βιώσει κάτι ανάλογο, η αδυναμία της ιατρικής επιστήμης να βρει οτιδήποτε επιλήψιμο που να προκαλεί αυτά τα συμπτώματα, και φυσικά ο γάμος μου με τον τρόμο που δεν μ’ άφηνε να ξεμυτίσω χαρούμενος από πουθενά, ώσπου με την πιο ξινισμένη και απαξιωτική φάτσα του κόσμου πέρασα την πόρτα μιας ψυχαναλύτριας που έμελλε να μου αλλάξει τη ζωή. Αλλά όχι τον συγκάτοικο…

Οι λεπτομέρειες εδώ δεν παίζουν κανένα ρόλο.
Στα σχεδόν πέντε χρόνια που έκανα ψυχανάλυση, έμαθα πολλά, κατανόησα ακόμα περισσότερα, απέκτησα διαφορετικές γωνίες θέασης των γεγονότων, διαφορετικές αντιλήψεις για την αντιμετώπιση των καταστάσεων, ανακάλυψα νέες δυνάμεις μέσα μου, εγκατέλειψα πολλές φοβίες, έμαθα να καταλαβαίνω, έμαθα να κατανοώ πριν αποφασίσω…
Το μόνο που δεν μπόρεσα να αλλάξω ποτέ ως πρόσφατα, ήταν αυτή η αρρωστημένη συγκατοίκηση με τον νέο μου σύντροφο: τον τρόμο. Τον τρόμο όχι για κάτι συγκεκριμένο. Μάλλον με τον τρόμο του άγνωστου. Με τον τρόμο της πιθανότητας.
Όχι, όχι. Είχαμε δεσμευτεί. Κι εγώ τις δεσμεύσεις μου τις τιμώ!
… ... ...

Η χειρότερη ίσως μέρα της ζωής μου, ήταν πριν από τρία περίπου χρόνια, πρωί, καθημερινή, εγώ στο σπίτι σε ένα διάλλειμα από εντατική δουλειά πολλών ημερών.

Σας έχω πει πως ο εγκέφαλός μου είναι πιο έξυπνος από μένα;

Αφού προφανώς κατάλαβε (ο εγκέφαλός μου) πως τα κόλπα του δεν πιάνουν πλέον, και πως κάθε φορά που μου έστελνε αυτά τα βασανιστικά μηνύματα, εγώ αμυνόμουν με όλες τις δυνάμεις της λογικής μου και -έστω και επώδυνα- τα απέκρουα, αποφάσισε να μου επιτεθεί με όλες του τις δυνάμεις.
Μια ασφυκτική δύσπνοια εγκαταστάθηκε ξαφνικά στα πνευμόνια μου, τρομεροί πόνοι με σούβλιζαν στο στήθος στο ύψος της καρδιάς και πίσω στην πλάτη, το αριστερό μου χέρι μούδιασε και ένιωθα τσιμπήματα από πάνω μέχρι κάτω. Λαχάνιασα. Λαχάνιασα ακόμα πιο πολύ στην προσπάθειά μου να αναπνεύσω. Αυτό είχε σαν (φυσιολογικό) αποτέλεσμα να υπερ-οξυγονωθεί ο εγκέφαλος μου και να αρχίσω να ζαλίζομαι. Φοβήθηκα πολύ. Σωριάστηκα…

Τα απανωτά συμπτώματα, δεν επέτρεπαν στην λογική μου να αποβάλλει τις μαύρες σκέψεις που έκανα, και βοηθούσαν τον τρόμο να με κατακλύζει, να με παρασέρνει σε μια μαύρη τρύπα δίχως τέλος, να με αφήνει να κατρακυλάω στους πιο απαίσιους εφιάλτες μου. Όλες μου οι σωματικές λειτουργίες είτε έπαυσαν για λίγο, είτε παρέλυσαν. Τυλίχτηκα με τρεις κουβέρτες εφόσον έτρεμα και κρύωνα, ενώ είχε τουλάχιστον τριάντα βαθμούς θερμοκρασία. Έκανα εμετό. Κατουρήθηκα πάνω μου. Με τις τελευταίες -κατά τη γνώμη μου- δυνάμεις κατάφερα να τηλεφωνήσω στον ξάδερφό μου. Ήταν ένας από τους πολύ λίγους ανθρώπους στον κόσμο που καταλάβαιναν ακριβώς τι μου συμβαίνει.
Καβάλησε τη μοτοσυκλέτα του κι έφτασε στο σπίτι μου σε δέκα λεπτά. Ή σε δέκα αιώνες… δε θυμάμαι…

Αυτό που θυμάμαι, είναι πως ίσα που κατάφερα να συρθώ ως την εξώπορτα και να του ανοίξω. Σωριάστηκα ξανά μπροστά στα πόδια του. Εκείνος κατάλαβε. Έτρεξε στο ψυγείο, πήρε παγάκια και κρύο νερό και μου τα έριξε στον σβέρκο και στην πλάτη. Ρίγησα, τινάχτηκα. Με χαστούκιζε ενώ εγώ παραληρούσα και επαναλάμβανα πως θα πεθάνω. Με γύρισε μπρούμυτα, ανάσκελα, στο πλάι. Τίποτα.
Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, είναι πως ήμουν γονατιστός μπροστά του και κλαψούριζα σαν μικρό παιδί. Έτρεμα. Ναι, σίγουρα έτρεμα. Και έκλαιγα, και ζαλιζόμουν και παρακαλούσα, και έκανα ξανά εμετό, και του έσφιγγα το χέρι, και…
Σκατά…

Κατάφερα να ακούσω μια φράση πριν βυθιστώ σε ένα στιγμιαίο σκοτάδι: “Συγγνώμη για αυτό που θα κάνω. Μη με μισήσεις. Είναι το μόνο που ξέρω…»

Πριν καταλάβω καν τι ακριβώς εννοούσε, τίναξε το χέρι του ανάμεσα στα λυγισμένα πόδια μου, μου άρπαξε τα γεννητικά όργανα, και με μια απότομη και αστραπιαία κίνηση το στριφογύρισε με δύναμη. Ούρλιαξα!

Όλες μου οι φλέβες τεντώθηκαν έτοιμες να σπάσουν, τα μάτια μου γούρλωσαν από τον φριχτό πόνο, τα χέρια μου ανέκτησαν ξανά τις δυνάμεις τους και σφίχτηκαν σε γροθιές έτοιμες να σκοτώσουν, αλλά ευτυχώς για όλους μας έχασα την ισορροπία μου και έπεσα ξανά κάτω. Μούγκριζα για ώρα, και σάλια έτρεχαν από το μισάνοιχτο στόμα μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να σηκωθώ και να τον πνίξω. Εκείνος είχε κάνει ένα βήμα πίσω και μου ξαναζήτησε συγγνώμη.

Αν ήξερα πώς να λιποθυμάω, θα το είχα κάνει εκείνη τη στιγμή.
Κι αν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω θα το είχα κάνει μισή ώρα αργότερα, που ήμουν όρθιος, έξω στη βεράντα, μέσα σε έναν λαμπερό ήλιο, καπνίζοντας ήρεμα και συνειδητοποιώντας τι πραγματικά είχε συμβεί…
... ... ...

Κρίση πανικού. Ο ιατρικός όρος, που περιγράφει το αποτέλεσμα μιας σειράς συμπτωμάτων, που προκαλούνται αντίστοιχα από μια σειρά αιτιών. Ίσως μερικοί από εσάς να το έχετε ήδη βιώσει. Εμένα μου ξανασυνέβη.

Και μετά μου ξανασυνέβη.

Και πάλι…

Ώσπου συνειδητοποίησα πως μετά από κάθε τέτοια φορά, δεν ήμουν νεκρός. Πως όσο κι αν νόμιζα πως η αναπνοή μου έχει σταματήσει και τα πνευμόνια μου έχουν κλείσει, στην ουσία ανέπνεα κανονικά. Πως όσο κι αν με πόναγε το στήθος μου κι η καρδιά μου, δεν πάθαινα έμφραγμα. Πως όσο κι αν ο φάρυγγάς μου έκλεινε, κατάπινα κανονικά και όλο το οξυγόνο που χρειαζόμουν περνούσε από εκεί.

Πως όσο κι αν κινδυνεύεις να πεθάνεις, λίγο, πολύ ή καθόλου, ο φόβος του θανάτου είναι χειρότερος από τον ίδιο τον θάνατο.
... ... ...

Τώρα πια έμαθα να ξεγελάω εγώ τον εγκέφαλό μου.
Όχι, δεν έγινα πιο έξυπνος. Έγινα απλά πιο ευέλικτος, πιο πανούργος ίσως και εν τέλει πιο μάγκας. Κάθε φορά που μου επιτίθεται, στρίβω έναν διακόπτη μέσα μου, και σκέφτομαι πεταλούδες και λιβάδια καταπράσινα, ή συμφωνικές ορχήστρες που διευθύνω νοερά να παίζουν Vivaldi, ή το παιδί μου να μου χαμογελάει και τη γυναίκα μου να με αγκαλιάζει τρυφερά, ή…
…ή κάποιον που πεθαίνει πραγματικά δίπλα μου,
κι όχι εμένα που έχω πεθάνει ίσα με δώδεκα φορές μέχρι τώρα,
κι έχω αναστηθεί άλλες τόσες.

Αηδία κατάντησε πια…



(για να βοηθήσω λιγάκι: οι παράξενες ΔΕΝ είναι η πρώτη, η τρίτη και η τέταρτη)


.



Είναι καλοκαίρι.

Αυτή η αρρωστημένα ακαθόριστη ώρα ανάμεσα στο μεσημέρι και στο απόγευμα, τότε που ο ήλιος είναι πιο κίτρινος από κάθε άλλη στιγμή και μπαίνει φέτες μέσα από τις κοφτερές περσίδες του παραθύρου, ζωγραφίζοντας τον απέναντι άδειο τοίχο σα φυλακή. Οριζόντια.
Το κουτάκι της μπύρας στο αριστερό μου χέρι ιδρώνει σχεδόν περισσότερο κι από το μέτωπό μου, ενώ το πιστόλι στο δεξί ακροβατεί ασθμαίνοντας σε μια από χρόνια ιδρωμένη παλάμη…

Είναι καλοκαίρι.

Στη Φιλανδία δεν τους νοιάζει. Σχεδόν το αγνοούν. Πιο δυσδιάστατη ζωή μπορώ να ανακαλύψω μόνο σε σκονισμένα κόμικς στο νεκροταφείο της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε”, μα κι εκεί ένας Altan κι ένας Reiser δίνουν απόκοσμες διαστάσεις σε ένα μέλλον που τότε φάνταζε ως νοσηρό ανέκδοτο και όχι ως προφητεία της σημερινής ρουτίνας….

Είναι καλοκαίρι.
Τα ηχεία ασθμαίνουν κάτω από το ανυπέρβλητο βάρος των χορδών του Gilmour, και η κυρία Μαίρη στο δίπλα διαμέρισμα κάτω από το ανυπέρβλητο βάρος του συζύγου της. Σε λίγη ώρα θα εισάγω στα δελτία των ειδήσεων τη λέξη “γειτονοκτόνος”…

Είναι καλοκαίρι.
Ο Philip Marlowe δίπλα μου στύβει το φτηνιάρικο φλασκί του, που έχει να δει περιεχόμενο με αλκοόλ από την τελευταία του υπόθεση, μήνες νωρίτερα, και βλαστημάει κατάρες πάνω από ένα μαύρο τηλέφωνο της Bell Atlantic που η τελευταία φορά που χρησίμευσε ήταν στον ποιοτικό έλεγχο του εργοστασίου παραγωγής. Προσπαθώ να τον πείσω –μάταια- να βγάλει την καπαρντίνα και το μόνο που εισπράττω είναι ιστορικές ατάκες του Humphrey Bogart που δεν τις κατεβάζει κανείς ούτε δωρεάν πλέον από το internet

Είναι καλοκαίρι.
Εγώ, στην παραλία με παλτό, άμμο στα παπούτσια και στα μάτια, κάνω βόλτες γύρω από το ίδιο σημείο σαν ηλίθιος σκύλος που κυνηγάει τη σκιά της ουράς του. Θα σωριαστώ αποκαμωμένος στη μέση του κύκλου που έσκαψα με τη βήματά μου, ενώ στο ψάθινο καπέλο μου θα κροταλίζουν νομίσματα που θα μου πετάνε τουρίστες σε mass production

Είναι καλοκαίρι.

Τέλη Μαρτίου.

Του δύο χιλιάδες δέκα.
Κι αργεί ακόμα να χειμωνιάσει.

My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy