
O καθηγητής Ντένις Κέρνελ μπήκε στο σπίτι από την ανοιχτή πόρτα δύο ώρες αργότερα, και αυτό που είδε ήταν κάτι που φοβόταν από καιρό. Ο Αιδεσιμότατος Τζάκσον ήταν νεκρός, εκεί στην τεράστια σάλα, και το σώμα του φριχτά παραμορφωμένο από την πτώση. Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ, για να μαντέψει τι είχε συμβεί. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια δυο-δυο και έτρεξε στο δωμάτιο του Κλάιβ.
.........................................................
Η γοητευτική Λωρήν Ο’Κόννορ, σύντροφος του Ντένις Κέρνελ, μόλις είχε φτάσει στο Χάιμπριτζ. Το γεγονός ότι κανείς δεν απαντούσε στις κλήσεις της στο σπίτι την ανησύχησε βέβαια, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, όχι μόνο τι είχε ήδη συμβεί, αλλά και τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Σταμάτησε ένα ταξί κι έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες. Το αυτοκίνητο κατευθύνθηκε με ταχύτητα εκεί που ο εφιάλτης είχε ραντεβού με την όμορφη κοπέλα.
..........................................................
«Κλάιβ!» η φωνή του καθηγητή αντήχησε σε όλο το σπίτι, καθώς είχε μείνει να κοιτάζει το άδειο δωμάτιο και τα σπασμένα κάγκελα του πάνω ορόφου.
«Κλάιβ...!» προσπάθησε ξανά.
Δεν φαινόταν να υπάρχει καμία ένδειξη ζωής μέσα στο οίκημα. Ο επιφανής επιστήμονας μπήκε βιαστικά στο δωμάτιό του, άνοιξε το πρώτο συρτάρι του κομοδίνου του, κι έβγαλε το καλογυαλισμένο και αχρησιμοποίητο περίστροφό του. Το έσφιξε στο χέρι του και βεβαιώθηκε πως είναι γεμάτο. Κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα με κατεύθυνση προς την κουζίνα. Κοντοστάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν επιβεβαίωση της αποφασιστικότητάς του, και μ’ ένα δυνατό τίναγμα η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Το μόνο που πρόλαβε να διακρίνει μέσα στο μισοσκόταδο που επικρατούσε στο χώρο, ήταν ένα περίπλοκο σύστημα από σχοινιά που κινήθηκαν όλα μαζί ρυθμικά με το άνοιγμα της πόρτας. Δυο τεράστια μαχαίρια, περίτεχνα δεμένα στις δύο άκρες ενός πλάστη, διέγραψαν μια ημικυκλική τροχιά και του έσκισαν την κοιλιά στα δύο.
Ο καθηγητής Κέρνελ δεν πρόλαβε καν να ουρλιάξει. Το όπλο του έπεσε στη στιγμή. Με τα δυο του χέρια προσπάθησε, πριν λυγίσει, να συγκρατήσει τα σωθικά του που ξετυλίγονταν μπροστά στα παγωμένα μάτια του μέσα σε μια λίμνη αίματος. Δευτερόλεπτα μετά, άφηνε την τελευταία του πνοή, μέσα σε σε φοβερούς σπασμούς, κουλουριασμένος στο δάπεδο πάνω στο ίδιο του το αίμα.
Μια σκιά σύρθηκε από την άκρη της κουζίνας, άλλαξε μορφές πάνω στα λερωμένα από το αίμα αντικείμενα του χώρου και βγήκε προς τους μεγάλους χώρους του ισογείου.
Ο Κλάιβ κροτάλισε τη γλώσσα του, και τα μάτια του γέμισαν πάλι μ’ εκείνο το απόκοσμο φως που τον έκανε να μοιάζει περισσότερο με κτήνος παρά με άνθρωπο. Προχώρησε προς το πλάι της σκάλας, κι εκεί δίπλα στο πιάνο, έσκυψε και άνοιξε το μικρό ντουλάπι που υπήρχε στη βάση της. Έσυρε την καφέ δερμάτινη βαλίτσα, κάθισε ήρεμος στο πάτωμα, την έβαλε ανάμεσα στα πόδια του και άρχισε να σκορπάει το περιεχόμενό της γύρω του. Ένα λαχάνιασμα ζωώδους έξαψης συνόδευε τις κινήσεις του. Ο χώρος γέμισε από φωτογραφίες, ημερολόγια, φτηνά κοσμήματα, και γυναικεία εσώρουχα. Ένα μικρό λευκό μαντήλι είχε κεντημένα στην μία γωνία τα αρχικά Λ.Κ.
Η κοφτή στριγκλιά της Λωρήν διέκοψε το σιωπηλό παραλήρημα του Κλάιβ. Η κοπέλα στεκόταν παγωμένη στην είσοδο του σπιτιού, ανήμπορη να κινηθεί, με το ένα της χέρι να σκεπάζει το στόμα της, για να μην ουρλιάξει κι άλλο, μπροστά στο απαίσιο θέαμα που αντίκριζε. «Ω, θεέ μου! Κλάιβ... τι... τι έκανες...;» Ο νεαρός μάζεψε αστραπιαία τα πράγματα που είχε απλώσει γύρω του και κουλουριάστηκε στα πόδια του πιάνου. Τα μάτια του είχαν πάρει πάλι εκείνο το εξωπραγματικό κόκκινο χρώμα.
«Ω, θεέ μου» επανέλαβε η κοπέλα κι έτρεξε προς την κουζίνα. Λύγισε πάνω από το άψυχο σώμα του καθηγητή Ντένις Κέρνελ και ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο Κλάιβ είχε πλέον μεταμορφωθεί. Λίγα ανθρώπινα χαρακτηριστικά θύμιζαν πλέον πως κάποτε ήταν κι αυτός ένας κανονικός άνθρωπος σαν όλους τους υπόλοιπους. Μετά τα αποτρόπαια πειράματα του διάσημου καθηγητή, σιγά σιγά μεταμορφωνόταν σε κτήνος. Ένα μίγμα από χαρακτηριστικά αιλουροειδών, είχε πάρει τη θέση των δικών του. Τώρα πια, έμοιαζε περισσότερο με έναν άγριο μαύρο πάνθηρα. Τα άκρα του εξαιρετικά μυώδη και στιβαρά, ο λαιμός του μακρύς, το βάδισμα του αθόρυβο, το σώμα του καλυμμένο με τρίχωμα, οι αισθήσεις του οξυμένες σε υπέρτατο βαθμό. Πλησίασε την Λωρήν χωρίς εκείνη να τον καταλάβει. Σχεδόν ξέρασε τις λέξεις από μέσα του:
«Σήκω γλυκιά μου πριγκίπισσα». Η κοπέλα, σχεδόν υπνωτισμένη, αφέθηκε στις βουλές του. Ο Κλάιβ την έπιασε απαλά από την μέση και τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Αργά αργά περπάτησαν μαζί ως το πιάνο και τη βοήθησε να κάτσει στο σκαμπό. Εκείνη δεν έκανε καμία προσπάθεια να αντισταθεί. Ίσα που κατάφερε να ψιθυρίσει:
«Μωρό μου... γιατί;»
«Πως μπορείς και με ρωτάς;» σχημάτισε τις λέξεις με δυσκολία ο Κλάιβ.
«Εσύ... εσύ... γιατί... έπρεπε να... τους σκοτώσεις;»
Εκείνος έβγαλε μια φρενιασμένη κραυγή που αντήχησε σε όλο το σπίτι κι έκανε τις χορδές του πιάνου να τρίξουν μπροστά τους.
«Ο άθλιος, με σκοτώνει εδώ και μήνες λίγο λίγο... Κοίτα με! Κοίτα πως έχω γίνει... ένα τέρας!»
Η κοπέλα δεν κούνησε καν το κεφάλι της. Άφησε τα χέρια της να πέσουν πάνω στα σκονισμένα πλήκτρα του πιάνου και παράταιρες νότες δόνησαν τον αέρα. Ο Κλάιβ της έπιασε τους καρπούς, τη βοήθησε να πάρει τη σωστή θέση και της ζήτησε ψιθυριστά: «Παίξε κάτι για μένα».
Εκείνη, σχεδόν υπνωτισμένη άρχισε να κινεί τα δάχτυλα της μηχανικά πάνω κάτω στο κλαβιέ. Παρά την κατάσταση σοκ στην οποία είχε πριν από λίγο περιέλθει, μια γνώριμη στον νεαρό μελωδία έβγαινε από το ανοιχτό πιάνο και χρωμάτιζε μελαγχολικά την ατμόσφαιρα.
Ο Κλάιβ είχε πλέον μεταμορφωθεί πλήρως. Ένα άγριο ζώο, που το μόνο που του είχε μείνει ήταν τα ένστικτα με τα οποία το προίκισε η φύση.
Έκανε μερικές βόλτες γύρω από το πιάνο μέσα στο μισοσκόταδο, μυρίζοντας κάθε σπιθαμή του δαπέδου. Στάθηκε πίσω από τη Λωρήν, ενώ εκείνη με κλειστά μάτια επαναλάμβανε μηχανικά την ίδια μελωδία. Την μύρισε από κάτω χαμηλά στα λευκά της πόδια μέχρι ψηλά στο λαιμό. Αυτή η τόσο γνώριμη μυρωδιά του σώματός της τον γέμισε λαιμαργία και ένα άρρωστο γρύλισμα βγήκε από τον ουρανίσκο του. Την δάγκωσε στο αριστερό της πλευρό. Η κοπέλα δεν κινήθηκε. Έκοψε ένα κομμάτι σάρκας και το καταβρόχθισε λαίμαργα γλύφοντας ακόμα και το ζεστό αίμα που ανάβλυζε. Ύστερα έβαλε τα νύχια του μέσα στην ανοιχτή πληγή κι άρχισε να σκάβει με μανία τα σωθικά της. Βουτούσε τη γλώσσα του και δάγκωνε ένα ένα τα σπλάχνα της. Η Λωρήν ασάλευτη συνέχισε να παίζει.
Το κτήνος αργά και μεθοδικά ξέσκιζε τις σάρκες της και καταβρόχθιζε με λύσσα το φρέσκο κρέας. Λίγη ώρα αργότερα μπροστά στα διψασμένα μάτια του υπήρχε μόνο ένα πετσοκομμένο σώμα με δυο παρατεταμένα χέρια, ακίνητα πλέον. Τέντωσε το κορμί του και σηκώθηκε στα δύο πίσω πόδια του. Αργά και ήσυχα δάγκωσε το λεπτό λαιμό της κοπέλας και χωρίς προσπάθεια τον έκοψε στη μέση. Με μια αστραπιαία κίνηση άρπαξε το κεφάλι της πριν πέσει το πάτωμα και το έσφιξε στα κοφτερά του δόντια. Σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά το μόνο που θύμιζε την παρουσία της Λωρήν Ο’Κόννορ στον χώρο ήταν οι πιτσιλιές του αίματός της στο πιάνο.
..........................................................
Όση ώρα αντηχούσε στα αυτιά του ακόμα η αγαπημένη μελωδία, ο Κλάιβ έπαιρνε σιγά σιγά ξανά την ανθρώπινη μορφή του. Κατευθύνθηκε προς το άψυχο σώμα του Αιδεσιμότατου Τζάκσον κι έψαξε βιαστικά στις τσέπες του. Γρήγορα βρήκε το σημείωμα που αναζητούσε. Το ξεδίπλωσε και διάβασε ψιθυριστά:
«Συγγνώμη.
Καλύτερα να με ξεχάσεις για πάντα.
Ανήκω πλέον αλλού. Ολοκληρωτικά.»
Τις ίδιες ακριβώς λέξεις είχε διαβάσει σε ένα ολόιδιο σημείωμα αφημένο στο κομοδίνο του καθηγητή Ντένις Κέρνελ. Έσκισε τα δυο αυτά κομμάτια χαρτί και τα κατάπιε με μια αρρωστημένη όρεξη.
..........................................................
«Μητέρα...»
Έσπρωξε απαλά την πόρτα και περπάτησε μέχρι την παλιά κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.
«Τέλειωσαν όλα... Μπορείς να είσαι ήσυχη πλέον. Δεν θα ξαναφύγω ποτέ...»
Η νεαρή γυναίκα, άπλωσε το χέρι της χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα της από το παράθυρο, κι έσφιξε το δικό του.
«Ω, Κλάιβ! Μου έλειψες αγάπη μου...»
Χάιδεψε την φουσκωμένη της κοιλιά
κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της...
.
Labels: almost dreams, brain-fuck, fiction

Δεν είναι ζωή αυτή!
Να προσπαθείς να συνεισφέρεις το μικρό σου λιθαράκι
στην ιστορία της Τέχνης,
και να 'χεις αυτόν
να σου αποδομεί τα ποστ με τόση ευκολία
που θα τη ζήλευαν ακόμα
κι ο Ζουράρις με τον Βέλτσο
μετά από τηλεποπτικό μαραθώνιο 22 ωρών,
σε πάνελ για την την κοσμοθεωρία
με το φιλοσοφικό όνομα "ουδέν εξ ουδενός"...
Αντίο σκληρέ κόσμε!
It was nice to meet you.

Labels: brain-fuck, desperation, official statements, other blogs
Ο Αιδεσιμώτατος Τζάκσον κατέβηκε με αργά βήματα από το βαγόνι.Κοίταξε ως το βάθος του σταθμού, κι ύστερα κοίταξε το μικρό χαρτί που κρατούσε στο χέρι: “Περπλ Άλλεϋ, Χάιμπριτζ, τελευταία οικία”. Το Χάιμπριτζ ήταν σίγουρα εδώ -το είχε δει στην ταμπέλα νωρίτερα- αλλά μέσα σ’ αυτό το πηχτό σούρουπο δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ούτε μία σιλουέτα.
Διέσχισε το κτίριο του ερειπωμένου σταθμού με μια κάποια μυστικότητα. Η φήμη του τον κυνηγούσε, και το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε εκείνη τη στιγμή, ήταν το να εξηγεί σε αγνώστους πώς βρέθηκε σε τούτη την ερημιά. Λίγο πριν την έξοδο, στα δεξιά του, μια σειρά μεταλλικών φοριαμών έστεκε σαν φάλαγγα στρατιωτική. Στάθηκε μπροστά στον τελευταίο κι έριξε μια κλεφτή ματιά τριγύρω. Κανείς. Έβγαλε την ασημένια αλυσίδα με το κλειδί από τη μέσα τσέπη του ράσου του και ξεκλείδωσε. Άρπαξε βιαστικά τη μικρή καφέ δερμάτινη βαλίτσα, κι εξαφανίστηκε λίγο πριν βγει ο σταθμάρχης για το απογευματινό του τσιγάρο.
Έσερνε βαριά τα βήματά του στο λασπωμένο δρόμο και η λαχανιασμένη του ανάσα άφηνε λευκά στιγμιαία συννεφάκια. Τα είχε τα χρόνια του πια, κι έτσι όπως προχωρούσε αποκαμωμένος έμοιαζε με μηχανή τρένου που αγκωμαχούσε στη μικρή ανηφοριά.
Κάποια στιγμή έφτασε. Κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα του επιβλητικού κτιρίου κι ένα ανεπαίσθητο ρίγος τον διαπέρασε. Διάβασε προσεκτικά στην ταμπέλα: “Δρ. Ντένις Κέρνελ, Καθηγητής Βιοχημείας”. Έσφιξε την ομπρέλα του στο χέρι και χτύπησε μ’ αυτήν την βαριά ξύλινη πόρτα. Εκείνη υποχώρησε ελάχιστα, κι ένα υγρό σκοτάδι ξεχύθηκε από μέσα. Ο Αιδεσιμώτατος Γκάπριελ Τζάκσον, ευγενής ως ήταν, περίμενε περί τα δύο λεπτά. Χτύπησε δυνατά άλλη μια φορά, μα το μόνο που συνέβη ήταν να ανοίξει περισσότερο η πόρτα. Στο πρώτο του βήμα το ξύλινο δάπεδο έτριξε ανατριχιαστικά κάτω από το βάρος του.
«Δόκτωρ Κέρνελ» είπε μεγαλόφωνα και ανιχνευτικά. «Είμαι ο Γκάμπριελ Τζάκσον, δόκτωρ Κέρνελ...» Η πιο ανησυχητική σιωπή του κόσμου έκανε τα αυτιά του ιερωμένου να πονέσουν. Παρόλο που τις τελευταίες τρεις ημέρες την αισθανόταν όλο και πιο διάχυτη γύρω του, η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσε να την αντέξει.
Το ισόγειο δεν είχε πολλούς χώρους. Μία τεράστια αίθουσα υποδοχής συγκοινωνούσε με την βιβλιοθήκη και το σαλόνι, αριστερά και δεξιά αντίστοιχα. Από το σημείο που στεκόταν μπορούσε εύκολα να διακρίνει πως, αν και επαρκώς φωτισμένα από τις λάμπες του τοίχου, τα δωμάτια ήταν άδεια. Προχώρησε αργά προς την κουζίνα στο βάθος, με βήματα δυνατά, κάνοντας όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε και φωνάζοντας ακόμα μια φορά το όνομα του καθηγητή. Η κουζίνα ήταν σαφώς πιο σκοτεινή, και το μοναδικό κερί που έλιωνε πάνω στον πάγκο στο κέντρο της, έκανε τις σκιές των μαγειρικών σκευών που ήταν κρεμασμένα από την οροφή, να μοιάζουν απειλητικές. Γύρισε ξανά προς την είσοδο κι ανέβηκε σπό την ψυχρή μαρμάρινη σκάλα στον πάνω όροφο.
Εκεί τα πράγματα ήταν σαφώς διαφορετικά. Ένας μεγάλος στενός διάδρομος τύλιγε σα φίδι τον εξώστη. Από τη μια μεριά τα ξύλινα κάγκελα κι από την άλλη επτά πόρτες. Κλειστές. Όλες.
Το φως ήταν πιο λιγοστό εδώ πάνω κι ο Αιδεσιμώτατος Τζάκσον άναψε ένα κερί για να φωτίζει τα βήματά του. Η ίδια αποπνικτική σιωπή επικρατούσε σε όλο το μήκος του διαδρόμου. Το περισσό θάρος που είχε επιδείξει κατά την είσοδό του στο μυστηριώδες κτίριο, μάλλον τον είχε εγκαταλείψει, αλλά δεν μπορούσε πλέον να κάνει πίσω. Έπρεπε να τελειώσει το έργο του. Κόλλησε το αυτί του στην πρώτη πόρτα και αφουγκράστηκε. Κανένας ήχος. Κανένα σημάδι ζωής. Επανέλαβε μηχανικά την κίνηση αυτή άλλες δυο φορές. Όταν πλησίασε την τέταρτη πόρτα, την μεσαία σε όλον τον πάνω όροφο, το αίμα του πάγωσε. Από την σχισμή της πόρτας στο έδαφος, εκτός από ένα αμυδρό φως που τρεμόπαιζε, έβγαινε κι ένας παγωμένος αέρας. Ένας ήχος, σαν φίδι που σέρνεται ακούστηκε από μέσα.
«Κλάιβ» ψιθύρισε τόσο σιγά που μετά βίας άκουσε κι ο ίδιος τον εαυτό του.
Σιωπή.
Ο Γκάμπριελ Τζάκσον οπλίστηκε με τα τελευταία αποθέματα κουράγιου που είχε, κι άνοιξε απότομα την πόρτα. Φως σκόρπισε μονομιάς τριγύρω και φώτισε ακόμα και τις πιο σκοτεινές και βρώμικες γωνίες του διαδρόμου.
Ο χώρος μέσα, δεν θύμιζε δωμάτιο. Περισσότερο με εργαστήριο πειραμάτων έμοιαζε με όλους αυτούς τους δοκιμαστικούς σωλήνες, τα δοχεία με τα υγρά, τα καλά φυλαγμένα σε φορμόλη όργανα στα δοχεία τους. Κάγκελα που θύμιζαν μικρά κλουβιά ήταν αγκιστρωμένα στους τοίχους, και λουριά δερμάτινα διασκορπισμένα στο δάπεδο δημιουργούσαν ένα απόκοσμο σκηνικό από σκοτεινή ταινία. Ένας ξερός ήχος από την ντουλάπα στην άκρη του δωματίου, τρόμαξε τόσο τον αποφασισμένο ιερωμένο, που το κερί έπεσε από τα χέρια του και κύλησε μέχρι το παλιό κομό δίπλα στην πόρτα. Χρειάστηκε να γονατίσει για να το πιάσει.
Έτσι γονατιστά πλησίασε μέχρι την ντουλάπα. Την άνοιξε προσεκτικά έχοντας παρατεταμένη στο άλλο του χέρι την ομπρέλα του. Ένας σωρός από άδεια κουτιά και βάζα σκόρπισε στο πάτωμα, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να οδηγήσει τον άνθρωπο του Θεού, ένα βήμα πιο κοντά στο έμφραγμα.
«Κλάιβ» είπε αυτήν τη φορά πιο δυνατά, «Κλάιβ αγόρι μου, είσαι εδώ;» Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο γινόταν ολοένα και πιο κρύα και τα πόδια του είχαν παγώσει. Σύρθηκε γονατιστός όπως ήταν μέχρι το μεγάλο μεταλλικό κρεβάτι στο κέντρο του δωματίου. Εκεί, πάνω στα ξέστρωτα βρωμερά σκεπάσματα, έκλεισε τα χέρια του σαν χούφτα, έσκυψε, κι άρχισε να προσεύχεται μεγαλόφωνα σε μια ακατάληπτη γλώσσα.
Ένιωθε ήδη πως τα πάντα γύρω του άρχιζαν να στροβιλίζονται και να ίπτανται, προφανώς χαμένος μέσα σε μια ιεροτελεστική έκσταση, όταν αυτό που άκουσε τον έκανε να τιναχτεί όρθιος και να τεντώσει το γέρικο κορμί του.
Το πιάνο.
Το παλιό Steinway πιάνο δίπλα στη σκάλα!
Μια απόκοσμη μελωδία ακουγόταν από τον κάτω όροφο, κι έφτανε μέχρι βαθειά, στα πιο σκοτεινά σημεία του μυαλού του. Ο Αιδεσιμώτατος Γκάμπριελ Τζάκσον ένιωσε σε μια στιγμή να χάνεται ο κόσμος γύρω του. Το φως στο δωμάτιο χαμήλωσε απελπιστικά. Άρχισε να παραπατά προς τα πίσω, ενώ το βλέμμα του ήταν ακόμα καρφωμένο στο άδειο κρεβάτι. Προσπάθησε να κρατηθεί από την πόρτα, αλλά μάταια. Μια δύναμη, έξω από το σώμα του, τον έσπρωχνε με βία προς τα πίσω.
Τα παλιά ξύλινα κάγκελα δεν άντεξαν το βάρος του. Υποχώρησαν, και παρέσυραν μαζί τους και τον άτυχο ιερωμένο, στο κενό του μεγάλου χώρου υποδοχής. Το σώμα του συνεθλίβη πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι, και το κρανίο του άνοιξε στα δύο σκορπίζοντας το περιεχόμενό του ολόγυρα.
Ο εξωφρενικός ήχος του πιάνου άρχισε να χαμηλώνει...
.................................................................................................
Ο Κλάιβ σύρθηκε αργά αργά κάτω από το κρεβάτι. Μόλις σιγουρεύτηκε πως δεν ήταν κανείς πια στο δωμάτιο, άρπαξε με αστραπιαία ταχύτητα τη μικρή βαλίτσα του ιερωμένου και ξαναχώθηκε στο σκοτάδι του.
Σχεδόν με λαιμαργία, έσκισε το καφέ δέρμα με τον σουγιά του, κι έμεινε να κοιτάζει με τα πελώρια, υγρά, κόκκινα μάτια του το περιεχόμενο...
(συνεχίζεται)
.
Labels: brain-fuck, fiction, heavy drugs
Μήνες παλεύω να βρω μια ωραία αφορμή γι αυτό το τραγούδι.
Τελικά αποφάσισα πως δεν χρειάζεται αφορμή.
Αν αγαπάς κάτι, το αγαπάς χωρίς προϋποθέσεις.
Το αφήνω λοιπόν εδώ πέρα, έτσι για να το βλέπω όποτε θέλω, για να θυμάμαι ό,τι μου θυμίζει, για να ανατρέχω με ευκολία σε ότι μου δείχνει -ξανά και ξανά- αυτό που είμαι, αλλά δεν υπήρξα ποτέ...
Labels: almost dreams, images, journeys, music, scripta manent, video
Έσκυψα κι έψαξα κάτω από τον καναπέ. Σήκωσα το χαλί και χτένισα το πάτωμα με το βλέμμα μου. Τίποτα. Κοίταξα στα σκουπίδια της κουζίνας, του μπάνιου, του γραφείου. Μέχρι και στον κάδο της γωνίας πήγα. Πουθενά. Έριξα μια ματιά στο πατάρι, στην αποθήκη, στο λεβητοστάσιο, στο σκοτεινό γκαράζ. Ψαχούλεψα τα πράγματα της γυναίκας μου, τα νεσεσέρ της, το δεύτερο συρτάρι στο κομοδίνο, ακόμα και το ράφι στο μπάνιο με τα καλλυντικά της. Τίποτα, τίποτα, τίποτα...
Άφησα για το τέλος το ψυγείο. Κοίταξα στην συντήρηση, στο καλάθι για τα λαχανικά, στα τάπερ με τα αλλαντικά και τα τυριά. Έκανα άνω κάτω την κατάψυξη. Η αποτυχία ήταν πλήρης και καθηλωτική.
Που στα τσακίδια
έβαλα την αυτοεκτίμησή μου σήμερα;
.
Labels: brain-fuck, desperation, fatal questions, thoughts
Με ξεγελά διαρκώς. Σ’ αυτήν την ατέλειωτη παρτίδα σκάκι που παίζουμε, κοντά 25 χρόνια τώρα, εμφανίζει διαρκώς από τα μανίκια του άσσους, ντάμες και δεκάρια, και μου πετά στα μούτρα το ένα φλος ρουαγιάλ μετά το άλλο, εγώ προσπαθώ να του πω πως στο σκάκι δεν παίζουμε με χαρτιά, αλλά εκείνος μου κλέβει τις μάρκες σιγά σιγά μ’ αυτόν τον δόλιο τρόπο, και μ’ αφήνει ν’ αναρωτιέμαι αν το φουλ του άσσου είναι καλύτερο από ένα «Ρεν» ή αν το καρρέ του ρήγα είναι καλύτερο από ένα «Ματ».
Ο καργιόλης...
Τις προάλλες προσπαθούσα να χωρέσω τρεις ζωές σε μια βδομάδα. Δεν ήξερα πως γίνεται γιατί δεν πήγα σχολείο ποτέ μου. Το πάλευα όμως, δοκίμασα όλα μου τα κατσαβίδια, κατέβασα καινούργιο σόφτγουερ από το ίντερνετ, ήρθαν και κάτι φίλοι μου –μεγάλα λαμόγια, ξέρουν από νύχτα- να με βοηθήσουν, στο τέλος σχεδόν τα είχα καταφέρει, μου περίσσευαν μόνο κάτι καλοκαίρια και κανα δυο Χριστούγεννα, αλλά κάπως θα τα στρίμωχνα κι αυτά, και τότε...
...ήρθε ο καργιόλης, βγήκε μέσα από τη σκοτεινή ντουλάπα, ούτε που τον άκουσα, εξαφάνισε τα κατσαβίδια μου, έσβησε όλον τον σκληρό μου δίσκο, μέθυσε τους φίλους μου και πέσανε για ύπνο, με κοίταξε κατάματα –εγώ δεν τον αναγνώρισα, δεν θα πίστευα ποτέ ότι είναι αυτός, τόσο σπουδαία μάσκα φόραγε- πήρε τα καλοκαίρια και τα Χριστούγεννα, τα πάτησε με τη γροθιά του μέχρι που γίνανε λιώμα, και αργά και σαρκαστικά τα κατάπιε μέσα στο τεράστιο μαύρο στόμα του. Για πάντα.
Έκλεισε το βαρύ δέμα, το έπαιξε για λίγο στα χέρια του σαν να ‘ταν τραπουλόχαρτο, το έβαλε στο ένα μανίκι του, το έβγαλε από το άλλο, μου έκλεισε το μάτι και μου το πέταξε στα μούτρα.
Άπλωσε το χέρι του και μου πήρε άλλες είκοσι μάρκες, την ώρα που εγώ ακόμα κοίταζα πως θα προστατέψω τον πύργο μου και θα επιτεθώ με το άλογό μου.
Έφυγε γελώντας κι εκστομίζοντας απειλές “θα ξανάρθω” την ώρα που άναβε το τελευταίο μου τσιγάρο...
Ο εγκέφαλός μου είναι πιο έξυπνος από μένα.
Labels: brain-fuck, concepts, heavy drugs, images, journeys, music, official statements, scripta manent, thoughts

