Labels: domestic madness, official statements, short truths, thoughts
Είναι καλοκαίρι.
Αυτή η αρρωστημένα ακαθόριστη ώρα ανάμεσα στο μεσημέρι και στο απόγευμα, τότε που ο ήλιος είναι πιο κίτρινος από κάθε άλλη στιγμή και μπαίνει φέτες μέσα από τις κοφτερές περσίδες του παραθύρου, ζωγραφίζοντας τον απέναντι άδειο τοίχο σα φυλακή. Οριζόντια.
Το κουτάκι της μπύρας στο αριστερό μου χέρι ιδρώνει σχεδόν περισσότερο κι από το μέτωπό μου, ενώ το πιστόλι στο δεξί ακροβατεί ασθμαίνοντας σε μια από χρόνια ιδρωμένη παλάμη…
Είναι καλοκαίρι.
Στη Φιλανδία δεν τους νοιάζει. Σχεδόν το αγνοούν. Πιο δυσδιάστατη ζωή μπορώ να ανακαλύψω μόνο σε σκονισμένα κόμικς στο νεκροταφείο της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε”, μα κι εκεί ένας Altan κι ένας Reiser δίνουν απόκοσμες διαστάσεις σε ένα μέλλον που τότε φάνταζε ως νοσηρό ανέκδοτο και όχι ως προφητεία της σημερινής ρουτίνας….
Είναι καλοκαίρι.
Τα ηχεία ασθμαίνουν κάτω από το ανυπέρβλητο βάρος των χορδών του Gilmour, και η κυρία Μαίρη στο δίπλα διαμέρισμα κάτω από το ανυπέρβλητο βάρος του συζύγου της. Σε λίγη ώρα θα εισάγω στα δελτία των ειδήσεων τη λέξη “γειτονοκτόνος”…
Είναι καλοκαίρι.
Ο Philip Marlowe δίπλα μου στύβει το φτηνιάρικο φλασκί του, που έχει να δει περιεχόμενο με αλκοόλ από την τελευταία του υπόθεση, μήνες νωρίτερα, και βλαστημάει κατάρες πάνω από ένα μαύρο τηλέφωνο της Bell Atlantic που η τελευταία φορά που χρησίμευσε ήταν στον ποιοτικό έλεγχο του εργοστασίου παραγωγής. Προσπαθώ να τον πείσω –μάταια- να βγάλει την καπαρντίνα και το μόνο που εισπράττω είναι ιστορικές ατάκες του Humphrey Bogart που δεν τις κατεβάζει κανείς ούτε δωρεάν πλέον από το internet…
Είναι καλοκαίρι.
Εγώ, στην παραλία με παλτό, άμμο στα παπούτσια και στα μάτια, κάνω βόλτες γύρω από το ίδιο σημείο σαν ηλίθιος σκύλος που κυνηγάει τη σκιά της ουράς του. Θα σωριαστώ αποκαμωμένος στη μέση του κύκλου που έσκαψα με τη βήματά μου, ενώ στο ψάθινο καπέλο μου θα κροταλίζουν νομίσματα που θα μου πετάνε τουρίστες σε mass production…
Είναι καλοκαίρι.
Τέλη Μαρτίου.
Του δύο χιλιάδες δέκα.
Κι αργεί ακόμα να χειμωνιάσει.
Labels: brain-fuck, domestic madness, fiction, journeys
Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που τους έχει βρει κάθε πιθανή κι απίθανη αναποδιά στον πλανήτη, κι εκείνοι ακόμα ατενίζουν τον βροχερό ορίζοντα χαμογελώντας. Αυτοί που φάγανε περισσότερες σφαλιάρες κι από τον Βέγγο σε όλες τις ταινίες του μαζεμένες, κι ακόμα κυκλοφορούν με γυμνό το σβέρκο και στητοί.
Μ’ αρέσουν αυτοί που έχουν ματωμένα γόνατα και γρατσουνισμένους αγκώνες κι ακόμα τρέχουν στους στίβους τους χωρίς επιγονατίδες. Ακόμα και τούτοι που κάνανε μπάνιο με τις ροχάλες του θεού, αλλά πάντα έβρισκαν μια καθαρή πετσέτα δίπλα τους και δεν βρωμούσε ποτέ ο ιδρώτας τους στα τρένα και στα λεωφορεία.
Σπάνιοι άνθρωποι μ’ αρέσουν. Δύσκολο να τους βρεις.
Συνήθως κρύβονται καλά ανάμεσά μας, κάνοντάς μας να νομίζουμε πως είναι ο διπλανός μας ή ο γείτονας, αυτός που μας σκουντάει για να προσπεράσει ή εκείνος που εφευρίσκει αναπηρίες για να καβατζώσει καλύτερη θέση στην ουρά της τράπεζας.
Όμως όχι. Εγώ έμαθα να τους ξεχωρίζω πλέον. Δεν μπορούν να μου κρυφτούν. Ξέρω καλά, πως είναι αυτοί που δίνουν μερικά ευρώ στο φίλο τους που έχει ανάγκη, ακόμα και τρεις μέρες πριν η τράπεζα τους πάρει το σπίτι λόγω παχυσαρκίας των χρεών τους. Αυτοί που δίνουν πρώτοι μια φιάλη αίμα, να υπάρχει για όποτε χρειαστεί και δεν περιμένουν να χρειαστεί για να υπάρξουν. Αυτοί που τους απέλυσαν από μια δουλειά, κι από δεύτερη κι από τρίτη, κι εκείνοι πάνε και ξεκινάνε μια δική τους, για να ‘χουνε την περηφάνια της επιλογής να παραιτηθούν μόνοι τους.
Είναι αυτοί που σκουντάνε πρωθυπουργούς στον ώμο και τους λένε “πάρε και τον δικό μου μισθό, αν είναι να σωθεί η χώρα” και μετά γυρνάνε με μια σακούλα ψώνια λιγότερη στο σπίτι. Είναι αυτοί, που αν βρεθείς στριμωγμένος μαζί τους σε ένα ασανσέρ, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σου λένε ακόμα “καλημέρα” και σε κάνουν να μένεις μουγκός από αμηχανία και καχυποψία.
Αυτοί που πίστεψαν πως το να χαμογελάς είναι μεταδοτικό.
Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που σηκώθηκαν
περισσότερες φορές απ’ όσες έπεσαν.
…
Νιώθω λίγο μόνος εδώ πέρα τελευταία…
.
Labels: official statements, thoughts
- Ακόμα εδώ είσαι;
- Ναι.
- Καλά, εσύ δεν είχες πει “αντίο και καλή τύχη”;
- Ναι.
- Και μετά ήρθε ένας άλλος που μας έμοιαζε πολύ.
- Ναι.
- Και μετά εξαφανίστηκε…
- Ναι.
- Και τώρα είσαι ΠΑΛΙ εδώ;
- Ναι.
- …
- …
- Μπορείς να κάνεις λίγο πιο ‘κει; Θέλω να ξυριστώ.
- Ναι.
………………………………………………..
(παφ, παφ…)
- Θα μείνεις καιρό;
- Όχι.
- (παφ…) Έχεις κάπου να πας;
- Όχι.
- Αλλά δε σε νοιάζει, ε;
- Όχι.
- Το φαντάστηκα… (παφ, παφ…)
- …
- Μήπως σε ενοχλεί ο καπνός;
- Όχι.
- (παφ…)
- …
- Έτσι είναι όλοι; Εννοώ… σαν κι εμάς τους δύο;
- Όχι.
- Δηλαδή είμαστε τόσο ξεχωριστοί;
- Όχι.
- Μάλιστα. Κι εδώ που τα λέμε, δεν είμαστε καν δύο, έτσι;
- Όχι.
- Το φαντάστηκα (παφ, παφ…)
- …
- Ο άλλος ξέρεις πότε θα έρθει;
- Όχι.
- (παφ…) Καλά, στ’ αρχίδια μου κιόλας… (παφ, παφ…)
- …
(παφ, παφ…)
………………………………………………..
- Νομίζεις ότι έχουμε καμία τύχη εμείς οι δύο μαζί;
- Ίσως…
- Εννοώ, θεωρείς πιθανή μια αρμονική συμβίωση;
- Ίσως…
- Μ’ αρέσει η σιγουριά της άποψής σου!
- …
- Κουράστηκα.
- …
- Άμα πάω να κοιμηθώ θα με αφήσεις λίγο;
- Ίσως…
- Ή θα χοροπηδάς πάλι πάνω στο λιωμένο μου μυαλό;
- Ίσως…
- Δεν υπάρχει ρε πούστη μου κανένας τρόπος να σε καλοπιάσω;
- Ίσως…
- Και...;
- …
- Θα μου τον πεις;
- Ίσως…
- Ποιος είναι;
- …
- Ναι…;
- …
- Εντάξει λοιπόν. Θα αυτοσχεδιάσω.
- …
- Πως θα σου φαινόταν μια κλωτσιά στ’ αρχίδια; Θα έπιανε τόπο;
- Ίσως…
- Αλλά, πάλι… μάλλον θα πονέσω κι εγώ, ε;
- Ίσως…
- Άμα σου αγοράσω καινούργιο πουκάμισο; Θα μ’ αφήσεις ήσυχο;
- Ίσως…
- Μπα... θέλω κάτι πιο σίγουρο.
- …
- Τι θα έλεγες για μια ψυχανάλυση δωρεάν; Σ’ αρέσει;
- Ίσως…
- Αύριο; Ίδια ώρα εδώ; Βολεύει;
- Ίσως…
- ΟΚ. Θα σε περιμένω
- Το ξέρω.
- …
- …
“Και τώρα που σταμάτησε να βρέχει;” με ρώτησε γεμάτος απορία.
“Θα πάμε να καθαρίσουμε την αυλή” ήταν η ξερή μου απάντηση, κάτι σαν διαταγή παρόλο που δε χρειαζόταν, δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς.
“Δεν μ’ αρέσει η αυλή…” μουρμούρισε.
“Δε σε ρώτησα.”
“Ούτε το καθάρισμα μ’ αρέσει”
Συνέχισα να τον αγνοώ επιδεικτικά.
Τελικά είναι η καλύτερη λύση με δαύτους. Όση σημασία τους δίνεις, τόσο πιο πολύ τρέφεις την εσωτερική σου αντίδραση. Κι ως γνωστόν το σύστημα πολεμιέται μόνο εκ των έσω. Πόσες μολότωφ μέσα στο στομάχι σου μπορούν να αναφλέξουν τελικά οι ανασφάλειές σου;
Κινήθηκα μουδιασμένος προς τη σκάλα, με μια σκούπα στο ένα χέρι κι ένα περίστροφο στο άλλο, για παν ενδεχόμενο. Ούτε που έδωσα σημασία στο αν ήταν γεμάτο. Το παγωμένο μέταλλο στη σφιγμένη μου χούφτα ήταν ήδη αρκετά τρομακτικό θέαμα, ώστε να μην ξαναμιλήσει. Τουλάχιστον για σήμερα.
Με έναν υγρό ήλιο να βάζει τρικλοποδιές στα σύννεφα ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου, άρχισα να σκουπίζω με μανία τα πλακάκια, μέχρι να καθαρίσω κάθε ίχνος από τις ξεφτιλισμένες μου αυταπάτες. Μόνο για μια στιγμή κοντοστάθηκα, όταν ένιωσα αυτό το ανυπόφορο τσίμπημα.
Μια πευκοβελόνα έκανε πάρτυ στον εγκέφαλό μου.
.
Labels: brain-fuck, domestic madness, thoughts
Είπα να γράψω ένα κείμενο.
Που θα μιλάει για σπασμένα τακούνια πάνω σε υγρά πεζοδρόμια. Για σακατεμένα βήματα σε ανύπαρκτα λιθόστρωτα και ματαιωμένες ελεημοσύνες σε σκοτεινά σοκάκια. Ένα κείμενο που θα πυροβολεί κουκούτσια στους περαστικούς και θα ξερνάει σπινθήρες από τα σωθικά του σα μάταιη προσπάθεια απεγκλωβισμού σε αμερικάνικη φτηνή ταινία.
Είπα να γράψω ένα κείμενο,
με ρήματα ζητιάνους, επίθετα κακοτράχαλα, γρατσουνισμένες αντωνυμίες και απαρέμφατα ορφανά. Με τέλος, αλλά χωρίς αρχή και μέση -οι επίλογοι πάντα μου ταίριαζαν καλύτερα. Ένα κείμενο με μουσαμά τυλιγμένο πρόχειρα για να μην κρυώνει, κι εφημερίδες μέσα στα παπούτσια του, με μια δανεική ζεστή σοκολάτα σε πλαστικό στο ένα χέρι και μια πατερίτσα βρώμικη στο άλλο, να περιμένει στα φανάρια πουλώντας χαρτομάντιλα.
Είπα να γράψω ένα κείμενο,
όρθιο, κόκκινο, μεταλλικό, παγωμένο και σκληρό, που να γελάει μόνο του στο σκοτάδι, να φοβίζει τα μικρά παιδιά κρυμμένο στις γωνίες και να μουγκρίζει βράζοντας από πόνο κάθε φορά που το ξύνεις. Ένα κείμενο ανάπηρο πολέμου, χωρίς δική του θέση στο πεζοδρόμιο, που θα βρωμάει ιδρώτα κι αλκοόλ και γράσο και όπιο. Χωρίς εικόνα στον καθρέφτη για να μου θυμίζει τις φορές που δεν υπήρξα. Ένα κείμενο με πυρετό και άσθμα και άδειο πιάτο μπροστά του. Είδος προς εξαφάνιση σε γηροκομείο βιβλίων.
Μα δε μου βγήκε.
Κάτι ήχοι μου βγήκαν,
που όταν τους έβαλα σε μια σειρά για να τους ματαιώσω ή να τους ξορκίσω, αυτοί που μ’ αγαπούσαν τ’ ονόμασαν τραγούδι. Κάποιοι άλλοι δεκανίκι, κάποιοι θόρυβο και μερικοί ακόμα φύγανε πριν βάλω καν μια τελεία. Ένας κάθεται ακόμα μέσα στο κρύο και το κοιτάει απορημένος, με τα αυτιά του να ματώνουν σε κάθε ρεφραίν.
Να,
εδώ το έχω:
Να μου το προσέχετε παρακαλώ.
Το αγαπάω σαν τις ουλές μου.
(Στίχοι-Μουσική-Ενορχήστρωση: SPY, Φωνητικά: Δήμητρα Μαστορίδου)
.
Labels: brain-fuck, images, music, presentation, short truths






