
Μπαίνεις στο σπίτι και σ’ ακολουθούν λουλούδια,
υάκινθοι, πεόνιες και αζαλέες.
Περπατάς στο πλάι μου και ψηλώνω από περηφάνια
κάθε φορά και πιο πολύ.
Ύστερα κάθεσαι δίπλα μου και βάφεται ο κόσμος μου ροζ,
και λιλά, και φούξια, και λευκό.
Κι όταν ντύνεσαι τα πρωινά,
μαζί σου ντύνονται οι δρόμοι που θα περπατήσεις
ομορφιά και γλύκα και γαλήνη.

Σ’ ακούω ν’ ανασαίνεις,
κι ευωδιάζει το δωμάτιό μας μύρο και λεβάντα.
Κι άμα ανατριχιάζεις,
στο δέρμα σου μεγαλώνουν στάχυα χρυσά και καλοκαιρινοί καρποί.
Μετά, μου μιλάς ψιθυριστά στ’ αυτί,
κι εγώ αγγέλους νομίζω πως ακούω, να σιγοπερπατάνε δίπλα μου
για να μη τρομάζω απο την τόση ομορφιά.
Και φορές φορές, κουρνιάζεις στην αγκαλιά μου
και δεν χωράει τίποτα άλλο.
Κλείνεις τα μάτια και μεγαλώνεις μέσα σου,
ό,τι επιθύμησα από τότε που σε ξέρω.
Σιωπάς για λίγο, κι όλου του Παραδείσου οι μουσικές
με στριμώχνουν πιο κοντά σου.

Κάποτε, με κοιτάς
με τα πιο λαμπερά μάτια που φαντάστηκε άνθρωπος,
και γίνομαι τόσο μικρός που αν με φυσήξεις
θα πετάξω στο δωμάτιο σαν χνούδι αέρινο
που χορεύει στον τρελλό ρυθμό της Άνοιξης,
ανήμπορο ν’ αντισταθεί στο πιο μεγάλο θαύμα...
Υπάρχεις, δίπλα μου και γύρω μου και μέσα μου,
κι αυτό μου φτάνει για όλους τους αιώνες που περίμενα...
.
Labels: 2009, images, journeys, photography, scripta manent
Γιατί γράφω ό,τι γράφω. (η μόνη, υπέρτατη και απόλυτη αλήθεια για το ερώτημα που έχει βασανίσει γενιές και γενιές αναγνωστών)
54 ασχολήθηκαν... by Spy στις: 4/29/2009 10:40:00 π.μ.
Χώνομαι κάτω από τα σκεπάσματα, στη μια γωνιά του καναπέ, και κοιτώντας τις σκιές που χορεύουν στο ταβάνι, νανουρίζομαι από τις αισθησιακές κινήσεις τους, ξεχνώ πως είναι Ερινύες, θαρρώ πως είναι Νύμφες που ξέφυγαν από τις ρίζες που φυτρώνουν σε κοίτες λιμνών κι έτσι ξεγελώ ακόμα τον εαυτό μου, τόσο άθλιος είμαι.
Άλλοτε τις ακούω κιόλας να ψιθυρίζουν αρχαίους ρυθμούς, και η επιλεκτική μου διαίσθηση επιτρέπει μόνο στα σύμφωνα να διαπεράσουν τις πύλες της ακοής μου, και να μεταμορφωθούν σε κρουστά που κρατάνε το ίδιο τέμπο μέχρι να ξεψυχήσει κι ο τελευταίος ρωμαίος λεγεωνάριος της φάλαγγας που χρησιμοποιώ για τις σκοπιές, από αυτοάνοση επαναληπτικότητα.
Σήμερα, φόρεσα το θάρρος μου, πήρα μια σκάλα, σκαρφάλωσα στο τραπέζι κι από κει έκανα ένα σάλτο και βρέθηκα στο ταβάνι μαζί τους. Φυσικά δεν μπόρεσα ν’ αγκαλιάσω καμία, αλλά και μόνο το κυνηγητό έφτανε για να κουραστώ τόσο, ώστε να κοιμηθώ σχεδόν πλήρης, στο δάπεδο.
Έκανε ένα γαμημένο κρύο εκεί κάτω, όταν σηκώθηκα.
Και στο σπίτι μας είχαν κλέψει όλα τα σκεπάσματα...
.
Labels: almost dreams, brain-fuck, images, thoughts

Οι τρεις φίλοι μου απόρησαν μ’ αυτήν την ξαφνική μου απόφαση. Ο Αμβρόσιος Μπηρς, ο Μπορίς Βιάν και ο Ντάγκλας Άνταμς παράτησαν βιαστικά στα πιάτα τους τον βροντόσαυρο που ξεκοκάλιζαν, κι ετοιμάστηκαν να πληρώσουν. Τους εξήγησα ήρεμα πως δεν χρειαζόμουν πλέον τη βοήθειά τους, αυτό ήταν ένα ταξίδι που έπρεπε να κάνω μόνος μου, κλπ, κλπ, κι έτσι συνέχισαν αμέριμνοι το γεύμα τους, περνώντας στο επόμενο πιάτο, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα πλυντήριο πιάτων πανέ με σως βατόμουρο, παπαρδέλες και εφημεριδοκροκέτες.
Τρεις αιώνες, εβδομηνταέξι χρόνια, οκτώ μήνες και δώδεκα ημέρες αργότερα, την ίδια ακριβώς ώρα, είχα μόλις παρκάρει την καλογυαλισμένη μου φριτέζα με την οποία ταξίδεψα, όταν δυο κοντοπίθαροι Γκουάγκα* με χτύπησαν με κάτι σκληρό στο κεφάλι, και λιποθύμησα μεμιάς. Στο ανακριτικό γραφείο του Μεγάλου Μπόγκολ** που με έσυραν για την καθιερωμένη ανάκριση, φάνηκε ξεκάθαρα πως το εγκληματικό όργανο ήταν ένα Κενταυριανό αγγούρι –που εκείνη τη στιγμή μασούλαγε αμέριμνα ο Μεγάλος Μπόγκολ- μιας και είχε επάνω τις τελευταίες δεκαέξι τρίχες του κεφαλιού μου.

«Αβα ζου γκουεμπρε λε βουμπα. Ντο!» είπε απότομα ο άρχων.
«Μα έχω ξανάρθει τόσες φορές! Δε με θυμάστε;» απάντησα έντρομος.
«Χλουπ» είπε ξερά.
«Ξέρετε, ψωνίζω από τον πλανήτη σας εδώ και ένα χρόνο περίπου, σας έχω κάνει μεγάλο τζίρο! Δείτε και τα τιμολόγιά σας» ψέλλισα.
«Βργρμπ...» (Σ.τ.Μ.: “Απορία ψάλτου βηξ”, δεν είναι καταχωρημένη στα διαγαλαξιακά λεξικά η λέξη αυτή, οπότε εικάζουμε ότι πρόκειται για κάτι παρεμφερές με το γήινο “Χμφ...”)
«Πρέπει να με ελευθερώσετε Μεγάλε Μπόγκολ» είπα με τα λιγοστά ψήγματα παρρησίας που είχα φυλαγμένα για τέτοιες δύσκολες ώρες, «ο αξιότιμος κύριος Φλυμπότραξ με περιμένει. Έχουμε κανονίσει το ραντεβού μας εδώ και εξηντατρία χρόνια, και γνωρίζετε καλά πως δεν του αρέσει καθόλου να τον στήνουν. Πολύ φοβούμαι πως θα δώσει το εμπόρευμα αλλού εάν καθυστερήσω...»
«Φαπ ντουντουμπι ουχε φαλα ποστ αμπα Άλφα Κενταύρου!» σχεδόν ούρλιαξε. «Χεμπρε βοζα μπλογκ! Ανα χουακαμα ουντε»
Πάγωσα στη θέση μου. Δεν ήξερα τι να πω...
«Φερμπεγκο ντουντα 112 σχόλια!» ολοκλήρωσε φωναχτά.
«Μα τι σημασία έχει αυτό; Δεν θέλετε πλέον να μου δίνετε εμπόρευμα;» απόρησα σχεδόν με αυθάδεια για τα Κενταυριανά δεδομένα. «Δεν σας πληρώνω ικανοποιητικά;»
«Εβεζουεζ μονα μπλογκ!» αποκρίθηκε θριαμβευτικά.
«Εσείς;;;»
«Χρεπ»
«Δι... δι... δικό σ..σ...σας μπ... μπλογκ;;;» ο τρόμος ήταν εμφανής στον τόνο της φωνής μου πλέον.
«Χρεπ»
«Και... και... τι θα... θα κάνουμε εμείς τότε; Πως θα...» δεν πρόλαβα να τελειώσω.
Με ένα μεγαλοπρεπές «αουγκρούγκρα» άνοιξε η πόρτα της μεγάλης αίθουσας, και τρεις χιλιάδες ραπανάκια, που ήταν η επίλεκτη φρουρά του Μεγάλου Μπόγκολ, με άρπαξαν από τη ζώνη Αρμάνι που φορούσα, και με αστραπιαίες κινήσεις με πέταξαν τσουβαληδόν μέσα στην υπερηχητική φριτέζα μου. Έβαλαν ένα κέρμα στην γιγάντια ολοθερμική σφεντόνα της διαστημικής βάσης Σεντούριον, και μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου ήμουν καθ’ οδόν προς τη Γη.
«Να σας καεί η καφετιέρα, παλιοκανάγιες!!!» ήταν η μόνη κατάρα που πρόφτασα να εκστομίσω πριν εξαφανιστώ στη δίνη του χωροχρόνου...

* Οι Γκουάγκα είναι οι ντόπιοι, αυτόχθονες του Άλφα του Κενταύρου. Κατοικούν στον πλανήτη αυτόν, από το Μπιγκ Μπάνγκ και δώθε.
** Ο Μεγάλος Μπόγκολ, είναι ένας Μπόγκολ που είναι μεγάλος. Όχι σε ηλικία. Σε μέγεθος. Για τον πασιφανή αυτόν λόγο, έγινε από μόνος του, με δημοκρατικές διαδικασίες, Αρχηγός της τοπικής Μ.Α.Κ.Ο.Α.Γ.Ε.Α.Π.Α. (Μαφία του Άλφα του Κενταύρου και Όποιου Άλλου Γράμματος Εμφανιστεί Αργότερα ως Πλανήτης του Αστερισμού)
Labels: brain-fuck, desperation, fiction, heavy drugs, journeys


...δε θέλω να πω Χριστός Ανέστη,
θα το ξέρεις, μάλλον, ήδη...
Θέλω να πω
Καλή Πατρίδα σύντροφε...

.
Προτιμώ να προσθέτω, παρά να αφαιρώ. Δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, χρόνια... Στο κάτω κάτω, το άθροισμά τους μας κάνει ότι είμαστε, ούτε η αφαίρεσή τους ούτε η διαίρεσή τους.
Προσωπικά συνηθίζω να παίρνω την κιμωλία και να γράφω αλλόκοτες πράξεις πάνω σ’ αυτόν τον μαυροπίνακα της ζωής, μέχρι να μου σωθεί η κιμωλία. Και το μόνο που εύχομαι είναι αυτό να συμβεί αφού καταφέρω πρώτα να τον γεμίσω, να μπουκώσει πράξεις και θεωρίες, να μη μείνει καθόλου μαύρο, να γράψω ακόμα και στο ξύλινο πλαίσιο, να ξύσω τα τελευταία τρίματά της μαζί με τα δάχτυλά μου, στην τραχειά επιφάνεια του τοίχου. Μετά -και αν τα έχω καταφέρει- μπορεί να του ρίξω μια τελευταία ματιά, πριν ο δυνατός αέρας τα κάνει όλα σκόνη.
Μέχρι τότε, σας εύχομαι μετά τις 12 αύριο το βράδυ, να βρει ο καθένας σας αυτό που πραγματικά επιθυμεί, απτό ή άυλο...
.
Labels: concepts, journeys, scripta manent, thoughts



