Σ' αυτές τις ανελέητες ημέρες του Ιουλίου, που για άλλους είναι όαση προσμονής για τις λιγοστές χαρές που τους επιφυλάσσει η χρονιά, και για άλλους μοιάζουν με καυτή θερμοφόρα δίπλα σε καλοριφέρ καταμεσής της ερήμου, ανακαλύπτεις διάσπαρτα (πλην όμως στοχευμένα) κείμενα-παγάκια, ό,τι πρέπει για το ηλεκτρισμένο σου κούτελο, σετάκι μ' ένα παγωμένο Daquiri που δεν θα 'ρθει ποτέ, και το αιωνόβιο (όπως νόμιζες ο άφρων) πλοίο της γραμμής που παροπλίστηκε πλέον άγαρμπα και αμετάκλητα.

Ούτε λέξη δεν θα πρόσθετα στο κείμενο αυτό.
Ας είναι καλά ο αμετανόητος που μ' έβγαλε απ' τον κόπο...





.



Άναψα βιαστικά ένα τσιγάρο. Ο δεσμοφύλακας πίσω μου κοιτούσε αμέριμνος την απεραντοσύνη που άπλωνε μπροστά μας η θάλασσα και χαμογελούσε, με τα σαπισμένα δόντια του να τρίζουν σε κάθε ριπή του ανέμου. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες σαν τη δική μου και τίποτα δεν του προξενούσε έκπληξη πια. Εμένα αντίθετα, τίποτα δεν μου προκαλούσε έκπληξη ποτέ.

Τράβηξα μια τζούρα καπνού τόσο βαθιά που ένιωσα ένα απαλό κάψιμο σε όλη τη διαδρομή από τον φάρυγγα έως το στομάχι. Η σκάλα μπροστά μου, τσιμεντένια, βαριά, ατελείωτη, με κορόιδευε απλώνοντας τα σκαλοπάτια της στα μούτρα μου ειρωνικά, σαν τις πρώτες απορρίψεις στην εφηβεία, όταν Εκείνη θέλοντας να τρέξεις από πίσω της τη στιγμή ακριβώς που θα κοιτάνε οι φίλες της, σου έλεγε ένα “δε μπορώ” ξοδεύοντας όλη της τη λαγνεία στο πως θα κάνει την αλήθεια πιο ψεύτικη για να σκυλιάσεις μέχρι όσο δεν πάει. Έτσι ακριβώς. Τόσο συμπαγής και τόσο απότομη. Και τόσο προβλέψιμη.

«Πολύ το σκέφτεσαι. Δεν είναι πόκερ.» Έφτυσε τις λέξεις.

Η καύτρα από το τσιγάρο ακούστηκε μέσα στην παγωμένη σιωπή, σαν χίλια μικρά κλαδάκια που σπάνε απαλά κάτω από το βάρος του πέλματος μιας αρκούδας, ενώ εγώ μετρούσα πλέον τον χρόνο με τζούρες. Ο αέρας δεν βοηθούσε και πολύ. Δημιουργούσε ένα γαμημένο fade-out στην πρόσκαιρη αναλαμπή του τσιγάρου μέσα σ’ αυτό το πηχτό σκοτάδι και μου χάλαγε το μέτρημα. Έβρισα από μέσα μου. Είπα απ’ έξω μου:

«Ο χρόνος σου έχει χάσει πια την αξία του.»
«Τι εννοείς;» έκανε πως δεν κατάλαβε.
«Οι νεκροί έχουν λιγότερα δικαιώματα κι απ’ τους σκλάβους. Βούλωσ’ το!»

Δεν με κοίταξε καν. Μια στιγμιαία χαραμάδα στα μαύρα σύννεφα, έφερε λίγο φως στο χαρακωμένο του πρόσωπο, κι έτσι όπως γύρισα απότομα είδα όλες τις άθλιες σκέψεις να έχουν θρονιάσει για τα καλά στη σιχαμένη του μούρη. Έσφιξα τη γροθιά μου μέχρι που μάτωσε η παλάμη.

Έφτυσε δυνατά στο ξεραμένο χώμα δίπλα του κι έσκυψε κι άλλο το κεφάλι από περιφρόνηση και παραίτηση ταυτόχρονα.

«Το διασκεδάζεις καριόλη; Σου αρέσει η αναμονή;»

Ποτέ δεν θα μάθαινε την απάντησή μου. Τον άρπαξα από τη νιτσεράδα τόσο άγαρμπα που το ένα μανίκι μου έμεινε στο χέρι. Με το άλλο, του κατάφερα ένα δυνατό χτύπημα στο στομάχι που τον έκανε να φτύσει αίμα και χολή. Την ώρα που λύγιζαν τα γόνατά του τον άρπαξα γρήγορα, και λυσσαλέα τον πέταξα με δύναμη πάνω στη σκάλα. Κρακ. Ακούστηκαν τα κόκαλά του να σπάνε. Τα γλιτσιασμένα σκαλοπάτια έκαναν το σώμα του να κατρακυλήσει με θόρυβο όλη τη διαδρομή ως κάτω, και μια άμορφη μάζα σωριαζόταν τώρα στα πόδια μου. Μυαλά και αίματα λέρωναν το χώμα γύρω τους, αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου.

Αναγκάστηκα να πατήσω πάνω στο διαλυμένο κορμί του προκειμένου να αρχίσω την ανάβαση, κι αυτή η αίσθηση της γλίτσας, του πλαστικού και της σάρκας του μου έφερε αναγούλα. Ο αναπτήρας κροτάλισε στο χέρι μου κι έδωσε ζωή σε ένα ακόμη τσιγάρο. Τζούρα. Κάψιμο. Στομάχι. Το έσβησα σχεδόν αμέσως πάνω του, στο μέρος της καρδιάς, κουμπώθηκα κι ανέβηκα άλλο ένα σκαλοπάτι. Ένας απαλός και ύπουλος ήχος από φρεσκογυαλισμένα σκαρπίνια μ’ έκανε να κοιτάξω προς τα πάνω. Ο επόμενος δεσμοφύλακας είχε ήδη εμφανιστεί.

Πήρα μια βαθιά ανάσα, τσέκαρα το περίστροφο στο πανωφόρι μου, και συνέχισα. Άλλος ένας. Και ίσως μετά κι άλλος. Στ’ αρχίδια μου. Όπως ξαναείπα τίποτα δεν μου προκαλούσε έκπληξη ποτέ.

Τον κοίταξα κατάματα χωρίς φόβο. Εκείνος πάλι όχι.


………………………………………………………………………………….


(ίσως και να συνεχίζεται, θα δείξει…)







.



Από το γραφείο τύπου της Προεδρίας του βλογ InnerScapes, εκδόθηκε το κάτωθι Δελτίο Τύπου, σήμερα Παρασκευή 09/06/2010:

Έπειτα από παρατεταμένες ενοχλήσεις στα οπτικά του νεύρα, κατά την ανάγνωση κειμένων διαφόρων βλόγερς (και άλλων συναφών απορριμμάτων) στην οθόνη του υπολογιστή του, η Αυτού Εξοχότης διαπίστωσε πως δυσκολεύεται ελαφρώς να κάνει focus σε κείμενα, αντικείμενα και παρακείμενα προς αυτόν. Μετά δε και από ορισμένες αδιαθεσίες που εμφανίστηκαν απροειδοποίητα (πράγμα απαράδεκτο στη διεθνή διπλωματία) υπό την μορφή ζαλάδων, σκοτοδινών, οραμάτων κλπ. ο προσωπικός του ιατρός του συνέστησε να επισκεφθεί ένα οφθαλμολογικό κέντρο.
Πράγματι, με πάσα μυστικότητα, ο μέγας βλόγερ διακομίστηκε σε κέντρο της επιλογής του, όπου όπως ανακοίνωσε ο θεράπων ιατρός κ. Σταύρακας (επιφανής επιστήμων, διδάκτωρ πανεπιστημίων του εξωτερικού), διαπιστώθηκε πως πάσχει από καλπάζουσα πρεσβυωπία, η οποία κατά την ώρα και ημέρα της εξέτασης, έφτανε στο ιλιγγιώδες νούμερο των 0,5 βαθμών (ανά μάτι).
Ο βλόγερ αρνήθηκε ευγενικά τη συνταγογράφηση γυαλιών πρεσβυωπίας -καθώς αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στο ίματζ του και στο διεθνές του κύρος- και εξήλθε του οφθαλμολογικού κέντρου, αφού πρώτα κουτούλησε σε τέσσερεις κολώνες και χούφτωσε (κατά λάθος, λόγω των προβλημάτων όρασης) τη γραμματέα του ιατρού (πράγμα που δεν την χάλασε καθόλου, όπως φάνηκε αργότερα στις δηλώσεις που έκανε η ίδια στο STAR Channel).
Η Μεγαλειότης του, επιβιβάσθηκε στη λιμουζίνα που τον περίμενε και ο προσωπικός του σοφέρ τον μετέφερε στο Μέγαρο Spy, όπου και αναπαύεται προς ανάρρωσιν, κατόπιν απόφασης του ιδίου (όχι του σοφέρ).

Φήμες που ήθελαν τον μεγαλομέτοχο του ιστολογίου αυτού, να απέχει εδώ και καιρό από τα κοινά, εξ αιτίας του μυθιστορήματος που γράφει, της ολοκλήρωσης της πρώτης του δισκογραφικής δουλειάς που θα κυκλοφορήσει οσονούπω από την Virgin, καθώς και της σημαντικής ανάληψης καθηκόντων baby-sitting της κόρης του (έπειτα από την απόφαση της συζύγου του να επιστρέψει στην εργασία της και στην πολλά υποσχόμενη διεθνή καριέρα της), εξετάζονται ως αναληθείς και συκοφαντικές και το δικηγορικό γραφείο επιφανούς νομικού ετοιμάζει πυρετωδώς τις ανάλογες μηνυτήριες αναφορές.


(ανοίγει παρένθεση)
- Ρε καραγκιόζη, είσαι σοβαρός;
- Και τι θες να κάνω; Αφού έχω να πατήσω κανα δίμηνο εδώ μέσα;
- Μα δε θα σε πιστέψει κανείς!
- Πας καλά; Δεν έχεις ιδέα τι άλλο τους έχω σερβίρει τόσα χρόνια και τα χάψανε όλα αφιλοκερδώς…
- Θα φάμε ξύλο στο τέλος, στο λέω.
- Κι εγώ σου λέω πως θα γίνουμε διάσημοι. Κοντεύουμε τους 200 φανατικούς αναγνώστες, χωρίς να γράφουμε τίποτα, φαντάσου τι θα γίνει τώρα που θα βγάλουμε και βιβλίο!
- Σσσσσς! Δεν το ξέρει κανείς ακόμα! Θα μας κόψουνε το συμβόλαιο!
- Χέστηκα. Θα γράψω άλλο.
- Συμβόλαιο;
- Βιβλίο ρε βλήμα!
- Ααα…
- Ναι…

(κλείνει παρένθεση)





.


...ήταν Δευτέρα.
Οπότε (εκτός απροόπτου) λογικά σε λίγες ώρες θα ξημερώσει Τρίτη.
Τυχαίο;
Δε νομίζω...



.



Είμαι πολύ μπερδεμένος.


Έχω μια κόρη, που πριν καλά-καλά καταλαγιάσει μέσα μου η αγωνία της γέννας της και του αν όλα θα πάνε καλά, έγινε ενός έτους σήμερα, κι έχω ήδη αρχίσει τη συλλογή από αγωνίες για το αν θα μεγαλώσει καλά.


Η ζωή σε φέρνει όμως πάντα σε μια ισορροπία, ακόμα κι αν δεν επιλέγεις εσύ τη στιγμή που θα συμβεί αυτό. Σε κολλάει στον τοίχο, νύχτα με κρύο και γυμνό, και σε φέρνει αντιμέτωπο με τις ζυγαριές σου, ψιθυρίζοντάς σου σατανικά πως αν δεν τα καταφέρεις θα γλιστρήσεις σίγουρα προς τη μια μεριά, και δεν έχει ιδέα που θα βρεθείς…

Το τελευταίο διάστημα, είχα μεγάλη αγωνία για έναν από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, για έναν Άντρα -το κεφαλαίο “άλφα” δεν μπήκε κατά λάθος- που τιμούσε με την ύπαρξή του το κατακρημνισμένο μας είδος, για έναν Λεβέντη -και βάλτε δίπλα στη λέξη αυτή όσες ερμηνείες λεξικών θέλετε, πάλι δεν θα φτάνουν- για έναν Άνθρωπο, που γιγαντώθηκε στα μάτια μου από τα πολύ μικρά παιδικά μου χρόνια, κι έμεινε εκεί σκαρφαλωμένος για πάντα, κι εγώ μικρός, νέος, έφηβος, ενήλικος, μεσήλικας πλέον, τον κοιτούσα ακόμα από χαμηλά, με ένα σεμνό δέος και μια άσβεστη αγάπη.

Δεν την έχω πια. Μια αγωνία λιγότερη…

Καλό ταξίδι νονέ μου…
Εκεί που πας, να μου φιλήσεις τον παππού και τη γιαγιά, και την άλλη τη γιαγιά, και τη κυρία Ρενάτε , και όλους όσους σε πρόλαβαν.

Και να κάνετε παρέα νονέ.
Μέχρι να ξανασμίξουμε όλοι , να μην είσαι μόνος.
Κι αν καμιά φορά κοιτάς και προς τα κάτω, να ξέρεις πως όσο είμαι εδώ, εγώ θα κοιτάω πάντα προς τα πάνω για να σε αντικρίζω, γιατί ψηλά είναι η θέση σου στην καρδιά μου και στο μυαλό μου.




συνειδητά, χαρούμενα, με έκπληξη,
κι έτρεξε μπουσουλώντας στην αγκαλιά μου.

Και τότε ένιωσα για πρώτη φορά το βάρος όλου του κόσμου
να μ’ αγκαλιάζει τρυφερά
και να μου ζητάει χωρίς φωνή,
να βρω τη δύναμη να το αντέξω.

.

My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy