Αγόρασα μια μύγα. Την Πόπη.

Θα την φάω τον Αύγουστο που θα έχει παχύνει.




Φωτό άνω: ενώ δοκιμάζει το καινούργιο της WC.
Φωτό κάτω: τρυφερό ενσταντανέ, ενώ κάνει πιλάτες στον αστράγαλό μου.











.



Ακούπησαν το φέρετρο κάτω. Παραήταν βαρύ για τρία άτομα.
“Που είναι ο μαλάκας ο Ντάνυ;” ρώτησε ο χοντρός Έντυ, μάλλον τον εαυτό του, καθώς οι άλλοι δύο τον είχαν χεσμένο πανηγυρικά.


------------------------------------------------------------------

Την προηγούμενη μέρα, ό,τι μπορούσε να πάει στραβά είχε πάει. Οι τέσσερεις ηλίθιοι μπήκαν στο σπίτι της γιαγιάς του Ντάνυ όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Κανείς από τα γειτονικά σπίτια δεν τους πήρε χαμπάρι. Αφού άδειασαν κάθε συρτάρι και ντουλάπι του σπιτιού χωρίς να βρουν το παραμικρό ίχνος χρημάτων, τσακώθηκαν αρχικά μεταξύ τους, μετά οι υπόλοιποι με τον Ντάνυ, και τέλος όλοι μαζί με τον γερο-Φλάναγκαν που ήρθε να παραπονεθεί για τον θόρυβο. Ο άτυχος ηλικιωμένος έπεσε ηρωικά στη μάχη, αφήνοντας για ενθύμιο στους οικείους του τη μούρη του στραπατσαρισμένη από ένα τηγάνι.
“Που είναι τα φράγκα ρε μαλακισμένε Ντάνυ;”
“Δε ξέρω. Αλλά είμαι σίγουρος πως η γριά τα φύλαγε εδώ μέσα. Πάντα πίστευε πως οι τράπεζες την κλέβουν στους τόκους”.
“Γαμώ το μυαλό που κουβαλάς ρε ηλίθιε! Θα ξημερωθούμε ψάχνοντας!”
“Και πότε είπες πως θα γυρίσει από την Ίμπιζα;”
“Την άλλη εβδομάδα. Έχουμε χρόνο, μην αγχώνεστε...”
“Ναι ρε μαλάκα. Μήπως να καθαρίσουμε και το γκαράζ της, μιας και προλαβαίνουμε;”
“Σκάστε και ψάξτε! Και μη βγάλετε τα γάντια για κανέναν λόγο!”

------------------------------------------------------------------

Ο Όλυ και ο Γκάρυ, είχαν ιδρώσει τόσο που αν τους έστιβες έκανες μπάνιο άνετα, μαζί με το σκύλο σου. Η γριά πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον εκατόν ογδόντα κιλά, συν το κωλοφέρετρο...
“Θα τον σκίσω τον πούστη!” επανέλαβε για όγδοη τουλάχιστον φορά ο Έντυ.
“Έντυ, σκάσε!” απάντησαν ταυτόχρονα οι δίδυμοι. “Του το χρωστάμε του φουκαρά. Η γριά δεν έφταιγε σε τίποτα”.
O χοντρός έφτυσε μια βρισιά, αλλά ο καυτός αέρας της ερήμου την έπνιξε γρήγορα, πριν προφτάσει να ακουμπήσει το αφιλόξενο χώμα της Νεβάδα.

------------------------------------------------------------------

Το κλειδί στην πόρτα δεν το άκουσε κανείς. Ο Ντάνυ ήταν απασχολημένος με το να ψάχνει στο υπόγειο, την ώρα που οι δίδυμοι μπεκρούλιαζαν απογοητευμένοι στο σαλόνι με κάτι ληγμένες μπύρες που βρήκαν στο ψυγείο. Η φιγούρα της θεόρατης γριάς τους έκοψε τη χολή και ο Γκάρυ δεν πρόλαβε να συγκρατήσει το μπουκάλι που του γλίστρησε από το χέρι. Ο κρότος του γυαλιού που έσπασε έκανε τον χοντρό Έντυ να γυρίσει απότομα από τον νεροχύτη που έπλενε τα χέρια του. Στη θέα της άρτι αφιχθείσας γριάς πάγωσε, και το καταραμένο σαπούνι που κρατούσε γλίστρησε στο καλογυαλισμένο μάρμαρο του δαπέδου, όσο χρειαζόταν για να φτάσει στην είσοδο που στεκόταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και να σταματήσει αθόρυβα ακριβώς δώδεκα εκατοστά από την αριστερή της παντόφλα.

------------------------------------------------------------------

“Σκάβε ρε μαλάκα”
“Δεν αντέχω άλλο... Έχω λιώσει...”
“Σκάβε να τελειώνουμε. Να τη θάψουμε πριν μας πάρει χαμπάρι κανείς”.
“Σαν ποιός δηλαδή; Ακόμα και τα τσακάλια βαριούνται να έρθουν εδώ”.
“Σκάβε”.
“Που είναι ο μαλάκας ο Ντάνυ;”
“Σκάσε Έντυ!”
“Σκάσε Έντυ!”

------------------------------------------------------------------

Η γριά ενστικτωδώς προσπάθησε να πλησιάσει το τηλέφωνο που ήταν ακουμπισμένο στο μικρό τραπεζάκι στο χωλ. Το σαπούνι έτυχε να είναι απλώς σε λάθος σημείο. Για εκείνην.

------------------------------------------------------------------

“Άμα δεν έρθει θα τον γαμήσω!”
“Βάλε ένα χεράκι, γιατί θα μας γαμήσουν ομαδικώς έτσι και μας δούνε, και άσε τη γκρίνια. Ο μικρός είναι σκασμένος. Θα τον καταλάβαινα ακόμα κι αν δεν ερχόταν καθόλου...”
“Δικιά του γιαγιά ήταν του πούστη!”
“Φακ! Ένα αυτοκίνητο!”
“Που;”
“Γαμώ τη γκαντεμιά μου! Προς τα ‘δω έρχεται!”


------------------------------------------------------------------

Εκατόν ογδόντα έξι κιλά λίπους, κρέατος, κιτς κοσμημάτων, ακόμα πιο κιτς ρούχων, και μακιγιάζ, έκαναν μια εξωφρενικά γελοία πιρουέτα πανω από το σαπούνι και ήταν έτοιμα να δημιουργήσουν το πιο αηδιαστικό “πλατς” που ακούστηκε ποτέ στον πλανήτη.

------------------------------------------------------------------

“Ρε μαλάκες! Αυτός δεν είναι... ο... ο... Ντάν...”
“Ντάνυ;;;”
“Ντάνυ;;;”
“Ρε μαλάκα;;;”

------------------------------------------------------------------

Η αηδία όμως προτίμησε να παραχωρήσει ευγενικά τη θέση της στη φρίκη. Η βαρετά άτυχη γριά, σημάδεψε με το κεφάλι της κατά την πτώση το πιο μεγάλο από τα κομμάτια του σπασμένου μουκαλιού της μπύρας του Γκάρυ. Το κομμάτι δεν πρόλαβε να κουνηθεί καν.

------------------------------------------------------------------

“Ντάνυ, που ήσουν;”
“Ντάνυ, γιατί δεν μιλάς;”
“Ντάνυ, γιατί... γιατί κρατάς... αυτήν την... καραμπίνα;;;”


------------------------------------------------------------------

Το γυαλί καρφώθηκε μεγαλοπρεπώς στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, και η πιο μυτερή γωνία του βγήκε από το αριστερό της μάτι, ο βολβός του οποίου κύλησε σαδιστικά κάτω από τον καναπέ.
Μια γλοιώδης ομελέτα από μυαλά, αίμα, λίπος και μπύρα σχημάτισε μια -απολύτως ταιριαστή με τη διακόσμηση- σιχαμερή λίμνη, μπροστά στα μισόκλειστα μάτια των τριών τους.

------------------------------------------------------------------

“Ντάνυ! Ντάνυ μην το κάν...”

{μπαμ – μπαμ}

“Ντάνυυυυ!”

{μπαμ – μπαμ}

“Ρε μαλάκ...”

{μπαμ – μπαμ – μπαμ – μπαμ}

...

...

Καργιόληδες...!










.



- Θα μ’ αγαπάς ακόμα κι όταν γίνω γέρος, πλαδαρός και άσχημος;
- Πως ξέρεις ότι θα γίνεις έτσι;
- Όλοι γίνονται έτσι όταν γερνάνε.
- Και πως ξέρεις ότι θα γεράσεις;
- Μα, δεν γίνεται να μείνω για πάντα νέος...
- Προφανώς. Αλλά πως ξέρεις ότι θα φτάσεις μέχρι εκεί;
- ...
- Όχι, πες.
- Δεν το ξέρω. Το ελπίζω.
- Και θέλεις να σου δώσω λόγο για να το καταφέρεις;
- Μια απλή ερώτηση ήταν...
- Όχι. Ήταν η αχόρταγη ανασφάλειά σου, που διψάει για αίμα.
- Και τι θες να κάνω;
- ...
- Όχι, πες.
- Φάε λίγο σταφύλι. Μία-μία τις ρώγες. Να προσέχεις, μην πνιγείς. Και φόρα κάτι πάνω σου. Κάνει ψύχρα απόψε.
- Εγώ θα σ’ αγαπάω πάντως!
- Γιατί; Εγώ τι σου ‘πα μόλις τώρα;





.

Εντάξει.
Έβρεξε.
Τόσο νερό, ούτε 40 μέρες διακοπές να έκανα δεν θα 'τρωγα στη μάπα.
Φτάνει για φέτος.
Του χρόνου πάλι...



[Παραήταν καλό για είναι αληθινό...]








.

Εντάξει. Κανόνισα και την παρέα.
Έχουμε ξαναπάει βέβαια διακοπές μαζί,
αλλά τώρα -τελευταία στιγμή- τι περίμενες;
Να βρω ελεύθερο άνθρωπο της προκοπής για διακοπές;

(παρακάτω: φωτό από παλιότερες στιγμές μας)





[Εδώ μια παλιά μου γκόμενα με το νυχτικό της, στο Καϊμακτσαλάν]





[Αυτήν εδώ την είχα βάλει να δοκιμάσει μια πολυθρόνα που πήρα τότε από το ΙΚΕΑ. Καλή ήταν. Η πολυθρόνα]





[Εδώ, αυτή η βλαμμένη μόλις έχει ξυπνήσει και ψάχνει το φορτιστή της. Εγώ έχω πάει να πάρω κουλούρια και Milko]





[Αυτή εδώ πήγε και πήρε αυτό το χάλια μαγιό, επειδή το είχε πάρει και μια ξαδέρφη της και ζήλευε. Άμα βρω τη φωτογραφία που έχω με το μαύρισμα που έκανε μετά θα την ανεβάσω]





[Άλλη ξανθιά... Της λέω “πήγαινε μωρή στην άμμο να σε βγάλω μια φωτογραφία” και η ηλίθια πήγε στην κουβέρτα του σκύλου]





[Μία που την είχα πριν τον Χιού. Εδώ είμαστε σε ολιγοήμερες διακοπές στο εξωτικό Αγκίστρι]





[Μ’ αυτήν εδώ γίναμε ρεζίλι. Είχα νοικιάσει ένα μπάγκαλοου στο Μαϊάμι και ξήλωσε τις κουρτίνες η λυσσάρα. 2.800 ευρώ πλήρωσα]





[Μ’ αυτήν τα είχαμε πέρσι. Ωραίο τεμάχιο. Εδώ είμαστε στο εξοχικό μου στα Καμμένα Βούρλα]





[Μια άλλη γκόμενα που την είχα από λύπηση. Είχε πάθει εγκεφαλικό όταν ήταν τριών χρονών και στραβώσανε τα χείλη της]





[Αυτή η πατσαβούρα δεν μου έκανε τα χατήρια και την πλάκωσα στα χαστούκια]





[Η άλλη έβαλε κάτι σεμνό για να πάμε σ’ έναν γάμο στις Κουκουβάουνες]




[Αυτή με αγαπούσε πολύ. Φόρεσε αντί για μαγιό αυτό το σεμεδάκι της γιαγιάς μου που το είχα στην τηλεόραση. Η τηλεόραση δεν ξανα-άναψε ποτέ σε ένδειξη διαμαρτυρίας]





[Εδώ είναι η ίδια στη δουλειά της. Είναι δοκιμάστρια τραπεζιών]





[Μια άλλη σαβούρα που θα την πάρουμε χατηρικώς να μας καθαρίζει τα δωμάτια. Εδώ δοκιμάζει το αντιηλιακό του προηγούμενου ποστ]






.



Δεδομένα:
1) Μ' αρέσει πάρα πολύ το καρπούζι, αλλά μου τη σπάνε τα κουκούτσια.
2) Δεν αντέχω το άρωμα της καρύδας στα αντιηλιακά.
3) Σιχαίνομαι οτιδήποτε είναι "γκλίτσι" (σ.μ. σιχαμερά γλοιώδες και λιπαρό).

Αποτέλεσμα:
Αγόρασα λοιπόν αυτό:




Πρόβλημα:
Υπάρχει κίνδυνος να μετακομίσουν όλες οι μύγες της παραλίας στη μούρη μου.

Λύση:
[Under construction...]













.

My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy