Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Δεν έχει να απολογηθεί σε κανέναν και πουθενά να δώσει εξηγήσεις. Εξάλλου μόνη ήρθε σ’ αυτήν την κηδεία και μόνη θα φύγει. Εσύ είσαι πλέον ανίκανος να κάνεις έστω και βήμα.

Έχει φύγει από το μαγαζί -ή μάλλον εσύ έφυγες και πλέον η ύπαρξή του δεν είχε νόημα. Εδώ είναι το τελευταίο σημείο που θα μπορούσες να την δεις αν ήσουν ακόμα ζωντανός.

Είναι εξωφρενικά απίθανο να μάθεις τι αισθάνεται πλέον. Πόνο, οίκτο, ευχαρίστηση; Μπορεί και τίποτα. Μην έχεις την παραίσθηση βέβαια πως αισθάνεται ελεύθερη. Ελεύθερη ήταν πάντα και δεν σημαίνει τίποτα καινούργιο για αυτήν το γεγονός της αποδέσμευσης. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για σένα, αλλά για σένα μάλλον δεν θα ξαναπούμε τίποτε άλλο.

Τα ρούχα της δεν θα προκαλέσουν κανέναν σήμερα, το άρωμά της διάφανο, σχεδόν ανύπαρκτο, λίγο σαπούνι θα μύριζε κάποιος μόνο (αν μπορούσε να την πλησιάσει), αλλά και μόνο η διασταύρωση του βλέμματός του με το δικό της είναι ιδιαίτερα αποτρεπτικό στοιχείο. Ποιος αντέχει πόκερ με το διάβολο χωρίς μάρκες;

Θα αφήσει σε λίγο τα λουλούδια που κρατάει απαλά και ψυχρά, πάνω σε ότι θα μπορούσε να θυμίζει πως την είχες κάποτε δική σου, θα σταθεί για λίγο ακίνητη δίπλα σου χωρίς να ψιθυρίσει την παραμικρή συλλαβή, θα ατενίσει τον ορίζοντα, καράβια θα χάνονται στο βάθος και αερόστατα θα βυθίζονται στα σύννεφα, χωρίς εσένα μέσα, θα βγάλει την κουκούλα της -το κρύο που σε συνοδεύει σ’ αυτό το ταξίδι είναι δικό σου, όχι δικό της- και θα περπατήσει αγέρωχη όπως πάντα για να χαθεί σε ένα κινηματογραφικό
fade out τίτλων τέλους. Για σένα φυσικά.

Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου,
η ζωή το λέει πεταλούδα…”


Στο είχανε πει μικρέ μαλάκα, μα δεν τους πίστεψες! Γαντζώθηκες σφιχτά γύρω της σαν φρεσκοπλυμένο πουκάμισο σε λείο σώμα, στριμώχτηκες σε όσα δρομολόγια θεώρησες πως περνάνε από το μυαλό της, βυθίστηκες στους ωκεανούς των ματιών της χωρίς σωσίβιο, χωρίς φωτοβολίδα ή σφυρίχτρα -λίγο χρόνο ν’ αφιέρωνες μόνο στις οδηγίες χρήσεως τώρα θα ήταν άλλος στη θέση σου, κι εσύ θα έγραφες νηφάλιος επικήδειους για να διαβάζουν όσοι δεν δώσανε ραντεβού με τις παραλίες.

Ηλίθιε! Νόμιζες στ’ αλήθεια πως βρισκόσουν σε μπαρ;





.




Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Κάθεται σε κάποιο σκοτεινό τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού και σε κοιτάει κατευθείαν στις κόρες των ματιών σου, τόσο ευθεία που κοντεύουν να πάρουν φωτιά. Όχι οι δικές σου. Οι δικές του. Έτσι όπως τον κοιτάς τρομαγμένος νιώθεις πως είναι το μόνο πράγμα που δεν καίει πάνω του ακόμα. Ίσως να έχεις δίκιο.

Καπνίζει βαρύ καπνό. Οι αναθυμιάσεις μπερδεύονται σαδιστικά με τη βαριά κολώνια του και κάνουν την ατμόσφαιρα τριγύρω αποπνικτική. Δεν αισθάνεται τίποτα. Ούτε πόνο, ούτε οίκτο, ούτε ευχαρίστηση. Σε κάνει εύκολα να πιστέψεις πως μπορείς να σωθείς -είναι βλέπεις αυτό το χαμόγελο που νομίζεις πως ξεχωρίζεις μέσα από τις πυκνές τούφες του καπνού- αλλά εσύ ξέρεις με κάποια ανεξακρίβωτη σιγουριά πως είναι εκεί για σένα και δεν πρόκειται να φύγει μόνος..

Η γραβάτα του είναι δεμένη σφιχτά, καλύτερα κι από θηλιά, και το πουκάμισό του άψογα ατσαλάκωτο. Πως θα μπορούσε άλλωστε να ‘ταν και αλλιώς; Μπορεί να μην περίμενες ποτέ πως θα ‘χει αυτή τη φάτσα, αλλά πάντα ονειρευόσουν μια ηρωική ή έστω αξιοπρεπή έξοδο και η συνοδεία του θα σου την προσφέρει μεγαλόπρεπα.

Ημερολόγιο δεν έχει. Δεν το χρειάζεται. Και αυτό που νόμιζες πως φύλαγε για σένα ξέρεις καλά πως ήταν μια βολική αυταπάτη. Μια ηρωική Hasselblad έχει, με θαμμένες μέσα της όλες σου τις νίκες και τις ήττες και στην καλύτερη των περιπτώσεων θα την κληρονομήσει κάποιος άφρων νεανίας που θα θεωρήσει πως με το αντίτιμό της θα εξαγοράζει υστεροφημία -είναι βλέπεις, που (όπως κι εσύ) θα τον γνωρίσει πολύ αργά στη ζωή του, λίγο πριν τη στιγμή που δεν θα μπορέσει να ξαναμπεί εδώ μέσα.

Τα μάτια του -δυο άγριες χοάνες που ξερνάνε πυκνή άβυσσο- ζωγραφίζουν σαδιστικά την απόσταση ανάμεσά σας και σε κοκαλώνουν στη θέση σου. Σε λίγο θα σηκωθεί απότομα, σκορπίζοντας γύρω του τις τελευταίες σου μάρκες που του χάρισες άθελά σου, και θα έρθει να σ’ ακουμπήσει σκληρά στον ώμο με το παγωμένο του χέρι. Θα ισορροπήσει επιβλητικά μπροστά σου και η σκιά του θα απλωθεί σαν τείχος αδιαπέραστο ανάμεσα σε σένα και κάθε τι έμβιο γύρω σου. “Έλα” θα σου πει και θα ‘ναι ο χειρότερος ήχος που άκουσες ποτέ, θα ανατριχιάσεις, θα σηκωθείς, και θα ζυγίζεις χίλια κιλά.

“Άμα πάρεις λάθος τρένο,
όπου και να κατέβεις πάλι λάθος θα είσαι…”


Στο είχανε πει μικρέ μαλάκα, τους πίστεψες κιόλας, αλλά όχι! Εσύ εκεί, σκαρφάλωνες μόνιμα στο λάθος βουνό, με λάθος παπούτσια και στόχευες τη λάθος κορυφή. Κατρακύλα τώρα σ’ αυτόν τον απύθμενο βυθό, κι αν νομίσεις έστω και για μια στιγμή πως η στολή σου δε θα σχιστεί και θα βγεις αλώβητος στην άλλη μεριά του πλανήτη, κάτσε λίγο να σου πούμε και γι άλλα θαύματα. Εσύ θα κερδίσεις μάταιες ελπίδες κι εμείς θα χάσουμε την ώρα μας.

Ηλίθιε!
Όλοι θα στραβοπατήσουμε σ’ αυτό το μπαρ, που έχει μόνο έξοδο.






.


Δεν μιλάει. Ξέρει πως δεν χρειάζεται.
Κάθεται σε κάποιο σκοτεινό τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού και σε κοιτάει κατευθείαν στις κόρες των ματιών σου, τόσο ευθεία που κοντεύουν να πάρουν φωτιά. Οι δικές σου. Οι δικές της πάγωσαν εδώ και καιρό, όταν ένα τρένο γεμάτο ματαιωμένες προσδοκίες πέρασε από πάνω της και το μόνο που τις άφησε ατσαλάκωτο είναι το βλέμμα.

Θα ήθελε να καπνίζει βαρύ καπνό, να την καίει μέχρι κάτω, χαμηλά στην κοιλιά, αλλά δεν έχει νόημα. Δεν αισθάνεται τίποτα. Ούτε πόνο, ούτε οίκτο, ούτε ευχαρίστηση. Σε κάνει εύκολα να πιστέψεις πως μπορείς να την σώσεις, σχεδόν απ’ οτιδήποτε, κι είσαι έτοιμος να της προσφέρεις το παλτό σου για να πατήσει πάνω στις λάσπες (άχρηστο βέβαια, οι αποχετεύσεις κάνουν καλή δουλειά πλέον) ή τη συντροφιά σου (επίσης άχρηστο: στο τραπέζι επάνω έχει ότι χρειάζεται για την υπόλοιπη ζωή της) ή έστω να της ανάψεις το τσιγάρο -έτσι όπως το κρατάει εκείνο σου ψιθυρίζει: “έλα, δωσ’ μου ζωή, άσε με να λιώσω στο χέρι της”- μάταια όμως, το τσιγάρο αυτό έχει ανάψει τόσες φορές, κι έχει σβήσει άλλες τόσες πάνω σε σμπαραλιασμένους εγωισμούς άλλων αρσενικών που θα ‘ταν τουλάχιστον αυτοκαταστροφικό εκ μέρους να προσπαθήσεις έστω.

Το φερμουάρ του μπουφάν της είναι προσεκτικά κατεβασμένο έως το σημείο που αρχίζουν οι προσδοκίες, κι εξίσου προσεκτικά ανεβασμένο έως εκεί που απαγορεύεται να κάνεις ένα βήμα έστω: θα χαθείς σε μια άβυσσο πιο σκοτεινή κι απ’ το μυαλό σου. Ναι. Υπάρχουν χαράδρες που ακόμα και τύποι σαν κι εσένα φοβούνται να διασχίσουν.

Στο ημερολόγιο της είναι θαμμένα πτώματα αδύναμων αντρών, λέξεις που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ σε χαρτί, ιδρώτες που στέγνωσαν πάνω της πριν καν κυλήσουν σ’ αυτούς που μοιράστηκαν ένα σεντόνι μαζί της για μια βραδιά.

Τα μάτια της -άθραυστα κρύσταλλα- χαράζουν καλύτερα κι από διαμάντι την απόσταση ανάμεσά σας και σε κοκαλώνουν στη θέση σου. Σε λίγο θα φύγει, σκορπίζοντας πίσω της τόση θλίψη που θα μπορούσαν γραφούν δεκάδες ευπώλητα βιβλία γι αυτήν, αλλά εκείνη δεν θα την νοιάζει. Θα ισορροπήσει επιδέξια πάνω στις ατσάλινες γόβες της και μέσα στην ησυχία που θα κάνουν όλοι -δήθεν αδιαφορώντας για αυτό το απόκοσμο πλάσμα, που θα μπορούσε να τους ανατρέψει κοσμοθεωρίες μόνο με τη σιωπή της- θα χαράξει στο ξύλινο δάπεδο το πιο εκκωφαντικά σιωπηλό αντίο, πιέζοντας με την καλογυμνασμένη της γάμπα τη γόβα, κι αφήνοντας πίσω της τόσες σπίθες που θα άναβαν όλο το πακέτο με τα Pall Mall, κι όχι μόνο αυτό που κρατούσε για να σου πει: έλα.

“Καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες,
παρά για κάτι που δεν έκανες…”


Στο είχανε πει μικρέ μαλάκα, τους πίστεψες άλλωστε, το γράφουν όλες οι μαρκίζες της ζωής σου, αλλά όχι! Εσύ εκεί, θα ψοφήσεις μια μέρα πάνω σ’ εκείνη τη μπάρα, σαν δηλητηριασμένη κατσαρίδα, προσπαθώντας να πείσεις τους πάντες πως δε σε νοιάζει.

Ηλίθιε!
Όλοι περάσαμε απ’ αυτό το μπαρ, με τις γυναίκες
ταραντούλες.






.


Σ' αυτές τις ανελέητες ημέρες του Ιουλίου, που για άλλους είναι όαση προσμονής για τις λιγοστές χαρές που τους επιφυλάσσει η χρονιά, και για άλλους μοιάζουν με καυτή θερμοφόρα δίπλα σε καλοριφέρ καταμεσής της ερήμου, ανακαλύπτεις διάσπαρτα (πλην όμως στοχευμένα) κείμενα-παγάκια, ό,τι πρέπει για το ηλεκτρισμένο σου κούτελο, σετάκι μ' ένα παγωμένο Daquiri που δεν θα 'ρθει ποτέ, και το αιωνόβιο (όπως νόμιζες ο άφρων) πλοίο της γραμμής που παροπλίστηκε πλέον άγαρμπα και αμετάκλητα.

Ούτε λέξη δεν θα πρόσθετα στο κείμενο αυτό.
Ας είναι καλά ο αμετανόητος που μ' έβγαλε απ' τον κόπο...





.



Άναψα βιαστικά ένα τσιγάρο. Ο δεσμοφύλακας πίσω μου κοιτούσε αμέριμνος την απεραντοσύνη που άπλωνε μπροστά μας η θάλασσα και χαμογελούσε, με τα σαπισμένα δόντια του να τρίζουν σε κάθε ριπή του ανέμου. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες σαν τη δική μου και τίποτα δεν του προξενούσε έκπληξη πια. Εμένα αντίθετα, τίποτα δεν μου προκαλούσε έκπληξη ποτέ.

Τράβηξα μια τζούρα καπνού τόσο βαθιά που ένιωσα ένα απαλό κάψιμο σε όλη τη διαδρομή από τον φάρυγγα έως το στομάχι. Η σκάλα μπροστά μου, τσιμεντένια, βαριά, ατελείωτη, με κορόιδευε απλώνοντας τα σκαλοπάτια της στα μούτρα μου ειρωνικά, σαν τις πρώτες απορρίψεις στην εφηβεία, όταν Εκείνη θέλοντας να τρέξεις από πίσω της τη στιγμή ακριβώς που θα κοιτάνε οι φίλες της, σου έλεγε ένα “δε μπορώ” ξοδεύοντας όλη της τη λαγνεία στο πως θα κάνει την αλήθεια πιο ψεύτικη για να σκυλιάσεις μέχρι όσο δεν πάει. Έτσι ακριβώς. Τόσο συμπαγής και τόσο απότομη. Και τόσο προβλέψιμη.

«Πολύ το σκέφτεσαι. Δεν είναι πόκερ.» Έφτυσε τις λέξεις.

Η καύτρα από το τσιγάρο ακούστηκε μέσα στην παγωμένη σιωπή, σαν χίλια μικρά κλαδάκια που σπάνε απαλά κάτω από το βάρος του πέλματος μιας αρκούδας, ενώ εγώ μετρούσα πλέον τον χρόνο με τζούρες. Ο αέρας δεν βοηθούσε και πολύ. Δημιουργούσε ένα γαμημένο fade-out στην πρόσκαιρη αναλαμπή του τσιγάρου μέσα σ’ αυτό το πηχτό σκοτάδι και μου χάλαγε το μέτρημα. Έβρισα από μέσα μου. Είπα απ’ έξω μου:

«Ο χρόνος σου έχει χάσει πια την αξία του.»
«Τι εννοείς;» έκανε πως δεν κατάλαβε.
«Οι νεκροί έχουν λιγότερα δικαιώματα κι απ’ τους σκλάβους. Βούλωσ’ το!»

Δεν με κοίταξε καν. Μια στιγμιαία χαραμάδα στα μαύρα σύννεφα, έφερε λίγο φως στο χαρακωμένο του πρόσωπο, κι έτσι όπως γύρισα απότομα είδα όλες τις άθλιες σκέψεις να έχουν θρονιάσει για τα καλά στη σιχαμένη του μούρη. Έσφιξα τη γροθιά μου μέχρι που μάτωσε η παλάμη.

Έφτυσε δυνατά στο ξεραμένο χώμα δίπλα του κι έσκυψε κι άλλο το κεφάλι από περιφρόνηση και παραίτηση ταυτόχρονα.

«Το διασκεδάζεις καριόλη; Σου αρέσει η αναμονή;»

Ποτέ δεν θα μάθαινε την απάντησή μου. Τον άρπαξα από τη νιτσεράδα τόσο άγαρμπα που το ένα μανίκι μου έμεινε στο χέρι. Με το άλλο, του κατάφερα ένα δυνατό χτύπημα στο στομάχι που τον έκανε να φτύσει αίμα και χολή. Την ώρα που λύγιζαν τα γόνατά του τον άρπαξα γρήγορα, και λυσσαλέα τον πέταξα με δύναμη πάνω στη σκάλα. Κρακ. Ακούστηκαν τα κόκαλά του να σπάνε. Τα γλιτσιασμένα σκαλοπάτια έκαναν το σώμα του να κατρακυλήσει με θόρυβο όλη τη διαδρομή ως κάτω, και μια άμορφη μάζα σωριαζόταν τώρα στα πόδια μου. Μυαλά και αίματα λέρωναν το χώμα γύρω τους, αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου.

Αναγκάστηκα να πατήσω πάνω στο διαλυμένο κορμί του προκειμένου να αρχίσω την ανάβαση, κι αυτή η αίσθηση της γλίτσας, του πλαστικού και της σάρκας του μου έφερε αναγούλα. Ο αναπτήρας κροτάλισε στο χέρι μου κι έδωσε ζωή σε ένα ακόμη τσιγάρο. Τζούρα. Κάψιμο. Στομάχι. Το έσβησα σχεδόν αμέσως πάνω του, στο μέρος της καρδιάς, κουμπώθηκα κι ανέβηκα άλλο ένα σκαλοπάτι. Ένας απαλός και ύπουλος ήχος από φρεσκογυαλισμένα σκαρπίνια μ’ έκανε να κοιτάξω προς τα πάνω. Ο επόμενος δεσμοφύλακας είχε ήδη εμφανιστεί.

Πήρα μια βαθιά ανάσα, τσέκαρα το περίστροφο στο πανωφόρι μου, και συνέχισα. Άλλος ένας. Και ίσως μετά κι άλλος. Στ’ αρχίδια μου. Όπως ξαναείπα τίποτα δεν μου προκαλούσε έκπληξη ποτέ.

Τον κοίταξα κατάματα χωρίς φόβο. Εκείνος πάλι όχι.


………………………………………………………………………………….


(ίσως και να συνεχίζεται, θα δείξει…)







.



Από το γραφείο τύπου της Προεδρίας του βλογ InnerScapes, εκδόθηκε το κάτωθι Δελτίο Τύπου, σήμερα Παρασκευή 09/06/2010:

Έπειτα από παρατεταμένες ενοχλήσεις στα οπτικά του νεύρα, κατά την ανάγνωση κειμένων διαφόρων βλόγερς (και άλλων συναφών απορριμμάτων) στην οθόνη του υπολογιστή του, η Αυτού Εξοχότης διαπίστωσε πως δυσκολεύεται ελαφρώς να κάνει focus σε κείμενα, αντικείμενα και παρακείμενα προς αυτόν. Μετά δε και από ορισμένες αδιαθεσίες που εμφανίστηκαν απροειδοποίητα (πράγμα απαράδεκτο στη διεθνή διπλωματία) υπό την μορφή ζαλάδων, σκοτοδινών, οραμάτων κλπ. ο προσωπικός του ιατρός του συνέστησε να επισκεφθεί ένα οφθαλμολογικό κέντρο.
Πράγματι, με πάσα μυστικότητα, ο μέγας βλόγερ διακομίστηκε σε κέντρο της επιλογής του, όπου όπως ανακοίνωσε ο θεράπων ιατρός κ. Σταύρακας (επιφανής επιστήμων, διδάκτωρ πανεπιστημίων του εξωτερικού), διαπιστώθηκε πως πάσχει από καλπάζουσα πρεσβυωπία, η οποία κατά την ώρα και ημέρα της εξέτασης, έφτανε στο ιλιγγιώδες νούμερο των 0,5 βαθμών (ανά μάτι).
Ο βλόγερ αρνήθηκε ευγενικά τη συνταγογράφηση γυαλιών πρεσβυωπίας -καθώς αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στο ίματζ του και στο διεθνές του κύρος- και εξήλθε του οφθαλμολογικού κέντρου, αφού πρώτα κουτούλησε σε τέσσερεις κολώνες και χούφτωσε (κατά λάθος, λόγω των προβλημάτων όρασης) τη γραμματέα του ιατρού (πράγμα που δεν την χάλασε καθόλου, όπως φάνηκε αργότερα στις δηλώσεις που έκανε η ίδια στο STAR Channel).
Η Μεγαλειότης του, επιβιβάσθηκε στη λιμουζίνα που τον περίμενε και ο προσωπικός του σοφέρ τον μετέφερε στο Μέγαρο Spy, όπου και αναπαύεται προς ανάρρωσιν, κατόπιν απόφασης του ιδίου (όχι του σοφέρ).

Φήμες που ήθελαν τον μεγαλομέτοχο του ιστολογίου αυτού, να απέχει εδώ και καιρό από τα κοινά, εξ αιτίας του μυθιστορήματος που γράφει, της ολοκλήρωσης της πρώτης του δισκογραφικής δουλειάς που θα κυκλοφορήσει οσονούπω από την Virgin, καθώς και της σημαντικής ανάληψης καθηκόντων baby-sitting της κόρης του (έπειτα από την απόφαση της συζύγου του να επιστρέψει στην εργασία της και στην πολλά υποσχόμενη διεθνή καριέρα της), εξετάζονται ως αναληθείς και συκοφαντικές και το δικηγορικό γραφείο επιφανούς νομικού ετοιμάζει πυρετωδώς τις ανάλογες μηνυτήριες αναφορές.


(ανοίγει παρένθεση)
- Ρε καραγκιόζη, είσαι σοβαρός;
- Και τι θες να κάνω; Αφού έχω να πατήσω κανα δίμηνο εδώ μέσα;
- Μα δε θα σε πιστέψει κανείς!
- Πας καλά; Δεν έχεις ιδέα τι άλλο τους έχω σερβίρει τόσα χρόνια και τα χάψανε όλα αφιλοκερδώς…
- Θα φάμε ξύλο στο τέλος, στο λέω.
- Κι εγώ σου λέω πως θα γίνουμε διάσημοι. Κοντεύουμε τους 200 φανατικούς αναγνώστες, χωρίς να γράφουμε τίποτα, φαντάσου τι θα γίνει τώρα που θα βγάλουμε και βιβλίο!
- Σσσσσς! Δεν το ξέρει κανείς ακόμα! Θα μας κόψουνε το συμβόλαιο!
- Χέστηκα. Θα γράψω άλλο.
- Συμβόλαιο;
- Βιβλίο ρε βλήμα!
- Ααα…
- Ναι…

(κλείνει παρένθεση)





.

My personal songs:


Land GigsQuantcast

 

Blogger Template | Created by: Spy